Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Οἱ Ἅγιοι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς οἱ Ἀνάργυροι

Ημ. Εορτής: 1 Ιουλίου

Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων ἦταν ὁ Κάρυνος, ἦταν γιατροὶ στὸ ἐπάγγελμα καὶ παρεῖχαν ἰάσεις σὲ ὅλους ὅσους εἶχαν ἀνάγκη, καὶ γιὰ ἀντάλλαγμα δὲν ἔπαιρναν χρήματα, ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ ζητοῦσαν ἦταν νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Κάποιοι ὅμως καλοθελητὲς διέβαλαν τοὺς ἁγίους στὸν αὐτοκράτορα καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι οἱ θεραπεῖες καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσαν τὰ ἔκαναν μὲ μαγικὲς τέχνες.
Τότε οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ πᾶνε ἄλλους ἀντὶ αὐτῶν στὸν αὐτοκράτορα, προσῆλθαν μόνοι τους ἐνώπιόν του καὶ ὁ Καρίνος προσπάθησε νὰ τοὺς μεταπείσει νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνοι ὅμως ὄχι μόνο δὲν ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ κατάφεραν νὰ μεταπείσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν καὶ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος δέχθηκε τὶς θεραπευτικές τους ἰάσεις. Συγκεκριμένα, ὅταν ὁ Καρῖνος ἀνέκρινε τοὺς Ἁγίους, μετατοπίστηκε ἡ θέση τοῦ προσώπου του καὶ στράφηκε πρὸς τὴν ράχη του. Ἀμέσως τότε οἱ Ἅγιοι τὴν θεράπευσαν μὲ τὴν προσευχή τους στὸν Χριστό. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος, πίστεψαν στὸν Χριστὸ ὅσοι βρίσκονταν ἐκείνη τὴν στιγμὴ μπροστὰ σ' αὐτὸ ποὺ συνέβη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτορας τοὺς ἔστειλε πίσω στοὺς συγγενεῖς τους μὲ μεγάλες τιμές.
Ἀργότερα ὅμως, μετὰ ἀπὸ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, οἱ Ἅγιοι φθονήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν δάσκαλο ποὺ τοὺς εἶχε μάθει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, γιατί εἶχαν ἀποκτήσει μεγάλη δόξα καὶ φήμη. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τοὺς ἀνέβασε σὲ κάποιο ὅρος γιὰ νὰ μαζέψουν δῆθεν κάποια βότανα καὶ ἐκεῖ τοὺς ἐπιτέθηκε μὲ πέτρες καὶ τοὺς θανάτωσε.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν· δωρεὰν ἐλάβατε, δωρεὰν δότε ἡμῖν.

Ἕτερον ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖοι θεράποντες, καὶ ἰατῆρες βροτῶν, ἀνάργυρον βλύζετε, τὴν θεραπείαν ἡμῖν, Ἀνάργυροι ἔνδοξοι· ὅθεν τοὺς προσιόντας, τῇ σεπτῇ ὑμῶν σκέπῃ, ῥύσασθε νοσημάτων, καὶ παθῶν ἀνιάτων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανέ, Ῥώμης βλαστήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’.
Οἱ τὴν χάριν λαβόντες τῶν ἰαμάτων, ἐφαπλοῦτε τὴν ῥῶσιν τοῖς ἐν ἀνάγκαις, ἰατροὶ θαυματουργοὶ ἔνδοξοι· ἀλλὰ τῇ ὑμῶν ἐπισκέψει, καὶ τῶν πολεμίων τὰ θράση κατευνάσατε, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασι.

Μεγαλυνάριον.
Ἴασιν σωμάτων ῥῶσιν ψυχῶν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σὺν τῷ θείῳ Δαμιανῷ, νείματε ὑψόθεν, ἀΰλῳ χειρουργίᾳ, τοῖς κατατρυχομένης, ποικίλοις πάθεσι.

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Σύναξις Ἁγίων Ἐνδόξων καὶ Πανευφήμων Ἀποστόλων

Ημ. Εορτής: 30 Ιουνίου

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει μὲ ξεχωριστὴ λαμπρότητα τὴ Σύναξη τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ οἱ μνῆμές τους σὲ διάφορες ἡμερομηνίες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τὸ συλλογικὸ ἑορτασμὸ τιμᾶται σύμπασα ἡ χορεία τῶν μεγάλων αὐτῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς συνεχιστὲς τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῆς γῆς, ἔστρεψαν τὸ ροῦ τῆς ἱστορίας καὶ ἄλλαξαν κυριολεκτικὰ τὴ μορφὴ τοῦ κόσμου. Χάρη στὸν ἰδικό τους ἀγώνα, τὶς ἀφάνταστες προσωπικὲς τους θυσίες, τὴ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριό τους ἐθεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία στὸν κόσμο.
Ἡ λέξη «Ἀπόστολος» σημαίνει τὸν ἀπεσταλμένο. Ἐν προκειμένῳ Ἀπόστολοι ὀνομάσθηκαν οἱ ἐκλεγμένοι καὶ καλεσμένοι ἀπὸ τὸν Κύριο Μαθητές Του νὰ συνεχίσουν τὸ σωστικό Του ἔργο, μετὰ τὴν εἰς τοὺς οὐρανοὺς Ἀνάληψή Του. Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὴν χαρακτηριστική Του προτροπὴ ἔγιναν οἱ μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».
Ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ὡς τὴν Πεντηκοστὴ καλοῦνταν Μαθητές, ἔγινε ἀμέσως μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου, στὴ Γαλιλαία. Εὐθὺς μετὰ τὴ Βάπτισή Του κατευθύνθηκε  στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Γενησαρέτ, ὅπου ἀπευθύνθηκε στοὺς ἐκεῖ ἁλιεῖς, στοὺς ὁποίου εἶπε: «δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». Ἄλλοι, «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν, ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ».
Οἱ μαθητὲς ὁρίσθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο σὲ τρεῖς κύκλους ἤτοι: τὸ στενὸ κύκλο τῶν Δώδεκα, τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα καὶ τὸν εὐρύτατο κύκλο τῶν πολυπληθῶν φίλων Του. Μεγαλύτερη σημασία εἶχε ὁ κύκλος τῶν Δώδεκα. Αὐτοὶ εὑρίσκονταν πλησίον Του καὶ σ’ αὐτοὺς ἀποκάλυψε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ εἶχαν τὴν εὐλογία καὶ τὴ δόξα νὰ ὁρισθοῦν ὡς οἱ κατ’ ἐξοχὴν συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του, διότι μόνο σὲ αὐτοὺς εἶπε: «Ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς, ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ἡμῶν μένῃ». Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοὺς κατέστησε ἐπίσημα διαδόχους καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Ἐπίσης στὸ ὄρος τῆς Γαλιλαίας, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ οἱ ἕνδεκα μαθητές, λίγο πρὶν τὴν Ἀνάληψη, τοὺς εἶπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν».
Ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν... τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».
Τὸ ἔργο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων συνεχίσθηκε καὶ συνεχίζεται διὰ τῶν διαδόχων αὐτῶν. Αὐτὴ ἡ άδιάκοπη διαδοχὴ συνεχίζεται ἔως σήμερα καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἀδιάκοπη διαδοχὴ προσώπων καὶ πίστεως καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται ἡ Ἐκκλησία μας Ἀποστολική.
Οἱ Ἅγιοι Δώδεκα Ἀπόστολοι εἶναι: ὁ Ἀπόστολος Πέτρος († 29 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας († 30 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου († 30 Ἀπριλίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου († 9 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης († 24 Σεπτεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος († 14 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος († 11 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς († 6 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος († 16 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας († 19 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ματθίας († 9 Αὐγούστου), ὁ Ἀπόστολος Σίμων ὁ Ζηλωτής († 10 Μαΐου).

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾷ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίῳ καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμᾶς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοῶντας· χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἡ δωδεκάχορδος καὶ εὔσημος νάβλα, τῶν πανευφήμων καὶ σοφῶν Ἀποστόλων, ἐμπνεομένη Πνεύματος ταῖς θείαις αὐγαῖς, πᾶσι μὲν ἐκήρυξεν, εὐσεβείας τὸν φθόγγον, γλώσσας δὲ ἐφίμωσεν, ἀσεβείας τῷ λόγῳ· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν τρανῶς· χαίρετε μύσται, Χριστοῦ καὶ διάκονοι.

Μεγαλυνάριον.
Πέτρον Παῦλον Μᾶρκον σὺν τῷ Λουκᾷ, Φίλιππον Ἀνδρέαν, Ἰωάννην τε καὶ Θωμᾶν, Σίμωνα Ματθαῖον, καὶ τὸν Βαρθολομαῖον, σὺν θείῳ Ἰακώβῳ, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ἀπόστολος

Ημ. Εορτής: 29 Ιουνίου

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἡ ἡρωικότερη ἀποστολικὴ μορφὴ τῆς πρώτης Χριστιανικῆς περιόδου, ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος καὶ ὁ σπουδαιότερος παιδαγωγὸς τῆς Οἰκουμένης, ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἀγωνιστὴς καὺ φυτουργὸς τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζονται μὲ τὸ μεγαλύτερο θαυμασμὸ καὶ ἐξυμνοῦν μὲ τὰ καλύτερα λόγια τὴν προσωπικότητά του, τὸ καταπληκτικὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο του καὶ τὴ μοναδικὴ διδασκαλία του. Μάλιστα ὁ κυριότερος ἑρμηνευτής του, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐκ τῶν κορυφαίων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εὔστοχα τὸν χαρακτηρίζει ὡς «τὸν πρῶτον μετὰ τὸν Ἕνα» καὶ συνιστᾶ «μὴ θαυμάζειν μόνον ἀλλὰ καὶ μιμεῖσθαι τὸ ἀρχέτυπον τοῦτο τῆς ἀρετῆς». Ἄριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ παιδείας, ἔφερε τὸ ἀληθινὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐγεννήθηκε στὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 5 – 15 μ.Χ., ἀπὸ Ἰουδαίους γονεῖς τῆς φυλῆς Βενιαμίν, ἡ ὁποία μαζὶ μὲ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα θεωροῦνται οἱ μόνες καθαρὲς φυλές. Κατεῖχε τὴ ρωμαίκὴ ὑπηκοότητα ἀπὸ τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν Ρωμαῖος πολίτης, δικαίωμα τὸ ὁποῖο ἀπέκτησε  καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι ὁ κάτοχός του καταγόταν ἀπὸ τὰ ἀνώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας τῆς Κιλικίας. Στὸ ἑβραϊκό του ἀρχικὸ ὄνομα Σαοὺλ ἢ Σαῦλος, κατὰ τὴ γνωστὴ τότε συνήθεια  τῶν Ἰουδαίων τῆς διασπορᾶς νὰ χρησιμοποιοῦν διπλὴ ὀνομασία, προστέθηκε ἀργότερα δεύτερο ὄνομα – καὶ ὡς Ρωμαῖος πιὰ πολίτης – τὸ χρησιμοποιούμενο στὶς Πράξεις ἑλληνικὸ ἢ ρωμαϊκὸ ὄνομα Παῦλος, ὁμόηχο τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Σαῦλος (Σαῦλος – Παῦλος). Ἡ δεύτερη ὀνομασία δὲν ἦταν ἀσυνήθης ἐνέργεια στὶς εὐκατάστατες καὶ ὁπωσδήποτε σημαντικὲς ρωμαϊκὲς οἰκογένειες.
Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του κάποια ἀρχαία παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Παῦλος καταγόταν ἀπὸ τὰ Γίσχαλα ἢ Κίσχαλα (Gischala) τῆς Γαλιλαίας τῆς Παλαιστίνης, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κάποιος, ἐνδεχομένως, ἀπὸ τοὺς προγόνους του καταγόταν ἀπὸ τὰ Κίσχαλα.
Κατὰ τὴν ὄγδοη ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του ὁ Παῦλος περιτμήθηκε, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καὶ νομοταγεῖς, ἂν καὶ ἦταν ἑλληνιστές, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἦταν ἑλληνιστὴς τῆς διασπορᾶς.
Στὴν Ταρσό, ὅπου ἐπέρασε τὰ παιδικά του χρόνια, οἱ γονεῖς του ἐφρόντισαν νὰ ἀποκτήσει τὴν καλύτερη καὶ ἀρτιότερη ἑλληνικὴ μόρφωση, ὅπως ἄλλωστε αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὶς Ἐπιστολές του. Ἐκεῖ ἔμαθε τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἐδιδάχθηκε γενικότερα τὴν ἑλληνικὴ σκέψη καὶ τὸν τρόπο ζωῆς.
Στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἰουδαϊκὴ παροικία διατηροῦσε τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά της καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωή της γύρω ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ ποὺ ἦταν τὸ πνευματικὸ κέντρο. Ἡ Συναγωγὴ ἀποτελοῦσε, ἐπίσης, τὸ κέντρο τῆς λατρείας τῆς θρησκείας, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς διδαχῆς τοῦ λόγου καὶ τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Γαλουχημένος ὁ Παῦλος μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον εὐσεβείας ἄκουσε γιὰ τὸ σεβασμὸ στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες καὶ ἐδιδάχθηκε γιὰ τὴν τήρηση τοῦ Νόμου μὲ ζῆλο. Μεγαλωμένος σ’ ἕνα τέτοιο αὐστηρὸ θρησκευτικὸ ἰουδαϊκὸ περιβάλλον ὁ Παῦλος ἀπέκτησε βαθιὰ συνείδηση τῆς μεγάλης σημασίας ποὺ εἶχε ἡ τήρηση τοῦ Νόμου γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλπίδα  ἀπελευθερώσεώς του ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους. Ἔτσι ἔμαθε τὴ μητρική του γλώσσα καὶ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα πιὸ πολὺ σὲ ἰουδαϊκὸ παρὰ σὲ ἑλληνικὸ περιβάλλον καὶ ἡ παίδευσή του καὶ ἡ ὅλη ἀνατροφή του ἦταν αὐστηρὰ ραββινικὴ καὶ ἑβραϊκή. Ἄλλωστε ἡ ἑβραϊκὴ – ἀραμαϊκὴ γλώσσα θὰ πρέπει νὰ ὁμιλεῖτο καὶ στὸ σπίτι του, γιατὶ ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ εὐχέρειά του νὰ προσφωνήσει ἀργότερα τοὺς συγκεντρωμένους στὰ Ἱεροσόλυμα «τῇ ἑβραΐδι διαλέκτῳ».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἀρκέσθηκε στὴν παραπάνω ἐλληνικὴ μόρφωση ποὺ ἀπέκτησε στὴ γενέτειρά του Ταρσό, ἀλλὰ ἐπῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ τὴ συμπληρώσει μὲ σπουδὲς τοῦ Νόμου κοντὰ σὲ σοφοὺς ραββίνους τῆς Ἱερουσαλήμ, πρωτεύουσας τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Ἡ ἀπόφασή του νὰ μεταβεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα δείχνει ἀφ’ ἑνὸς τὴ συντηρητικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ περιβάλλοντος ἀπὸ τὸ ὁποῖος προερχόταν καὶ ἀκόμη τὴν πρόθεσή του νὰ γνωρίσει πληρέστερα καὶ καλύτερα τὸ Νόμο, ὡς καταγόμενος ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ τῆς διασπορᾶς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα τῆς οἰκογένειάς του. Μάλιστα στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα ὑπῆρχε ἀνιψιὸς τοῦ Παύλου, υἱὸς τῆς ἀδελφῆς του. Φαίνεται ὅτι ὁ Παῦλος εἶχε ἔγγαμη ἀδελφὴ ἐγκατεστημένη στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν οἰκία τῆς ὁποίας ἴσως διέμενε ὁ ἴδιος κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐκεῖ σπουδῶνμ του. Καὶ αὐτός, ἐνδεχομένως, νὰ ὑπῆρξε καὶ ἕνας ἀκόμη λόγος ἢ ὁ κύριος λόγος νὰ μεταβεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ συμπληρωματικὲς σπουδές.
Στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Παῦλος σπούδασε παρὰ τοὺς πόδας τοῦ συνετοῦ φαρισαίου διδασκάλου Γαμαλιὴλ (πρεσβυτέρου ἐγγονοῦ τοῦ Χιλλέλ), ὁ ὁποῖος ἦταν «τίμιος παντὶ τῷ λαῷ» καί, κατὰ τὸ Ταλμούδ, ἦταν γνώστης τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας καὶ ἐνεθάρρυνε τὶς ἑλληνικὲς σπουδές. Ἀπὸ αὐτὸν τὸ φαρισαῖο διδάσκαλό του Γαμαλιήλ, ὁ Παῦλος ἐδιδάχθηκε, ὅσο λίγοι, τὴν ἰουδαϊκὴ θεολογία καὶ ἔτσι τὸ ὕφος του, ἡ θεολογικὴ μέθοδος καὶ ἡ χρήση τῆς Γραφῆς τὸν ἐμφανίζουν ραββῖνο τῆς πιὸ αὐστηρῆς καὶ καθαρῆς μορφῆς· ἐνωρὶς ἐντάχθηκε στὴν τάξη τῶν Φαρισαίων, ἂν βέβαια δὲν ἀνῆκε σ’ αὐτὴν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, καὶ ἔγινε ζηλωτὴς καὶ βαθὺς γνώστης ὄχι μόνο θεωρητικὰ ἀλλὰ καὶ πρακτικὰ τῶν πιὸ σπουδαίων καὶ σημαντικῶν ζητημάτων τοῦ Νόμου. Ἔτσι διέθετε ὅλα τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια ἑνὸς ἄριστα καταρτισμένου νομοδιδασκάλου καὶ ἐπιδέξιου χειριστοῦ τῆς ραββινικῆς διαλεκτικῆς. Στὰ Ἱεροσόλυμα ἐκτὸς ἀπὸ τὶς παραπάνω σπουδές του ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη τοῦ σκηνοποιοῦ ποὺ τὸν ἐβοήθησε ἀργότερα, ἀσκώντας την, νὰ συντηρεῖται καὶ νὰ μὴν ἐπιβαρύνει τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν στὶς ὁποῖες ἐκήρυττε: «καὶ διὰ τὸ ὁμότεχνον εἶναι ἔμενε παρ’ αὐτοῖς καὶ ἠργάζετο». Ἡ ἐκμάθηση τέχνης ἀποτελοῦσε συνήθεια τῶν Ἰουδαίων λογίων καὶ μάλιστα τῶν ραββίνων ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσή τους γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουν τὴ συντήρησή τους.
Ὁ Παῦλος διακρινόταν γιὰ τὸ ζῆλο στὸ ἔργο του, τὴν ἀγαθότητα τῶν προθέσεών τουκαὶ τὶς φυσικὲς ἱκανότητες, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτητα τοῦ πνεύματος, τὴν ἀνησυχία καὶ δυναμικότητά του, προσόντα τὰ ὁποῖα ἀνέμεναν στὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ ἀξιοποιηθοῦν. Αὐτὴ ἡ ἐμπνευσμένη καὶ δυναμικὴ προσωπικότητα ἔγινε τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς θείας Χάριτος καὶ ἐχρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ θείου σχεδίου. Ἄλλωστε μέσα στὸ στάδιο τῆς θείας βουλῆς τόσο οἱ ἀνθρώπινες ἱκανότητες ὅσο καὶ γενικότερα ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας κατευθύνονται μέσα στὴν πορεία τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας καὶ καθοδηγοῦνται στὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἄφησε τὴν ἱκανὴ αὐτὴ προσωπικότητα νὰ συνεχίσει νὰ στρέφεται ἐναντίον τῶν πιστῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Μαρτυρίες ὅτι ὁ Παῦλος ἐγνώρισε κατ’ ἄνθρωπον τὸν Κύριο δὲν ἔχουμε, ἐκτὸς ἀπὸ κάποιο ὑπαινιγμὸ τοῦ ἰδίου: «εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν». Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυμα μετὰ τὸ 30 μ.Χ.
Κατὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου «νεανίας» ἀκόμη ἐφύλαγε τὰ ροῦχα ποὺ ἀπέθεσαν στὰ πόδια του ἐκεῖνοι ποὺ ἐλιθοβόλησαν τὸν Πρωτομάρτυρα: «καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου».
Μὲ τὸ ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ, κατὰ ὑπερφυσικὸ καὶ μοναδικὸ τρόπο, ὁ Χριστὸς τὸν ἐκάλεσε στὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἐμφάνιση ὅμως αὐτὴ δὲν ἦταν μία ὑποκειμενικὴ ἀντίληψη τοῦ Παύλου, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς ἀντικειμενικὸ καὶ ἱστορικό, καθὼς συνάγεται τοῦτο καὶ ἀπὸ τὴ σημασία ποὺ τοῦ ἀποδίδει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος. Τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀποκαλύψεις καὶ ὀπτασίες, ποὺ κατὰ καιροὺς εἶχαν γίνει σ’ αὐτὸν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἁρπαγή του μέχρι τοῦ τρίτου οὐρανοῦ γιὰ τὴν ὁποία, ὅπως ὁμολογεῖ, δὲν ἦταν βέβαιος ἂν ἦταν σωματικὴ ἢ ὄχι. Ἀντιθέτως, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ στὸ ὄραμα τῆς Δαμασκοῦ εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι ὑπῆρξε σωματική, καὶ μάλιστα τὴν συναριθμεῖ μὲ τὶς λοιπὲς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγιναν στοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὶς 40 ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν προβάλλει, βεβαιώνοντας ἔτσι ὅτι καὶ αὐτὸς εἶδε τὸν Κύριο.
Συγκεκριμένα, στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῶ ὁ Παῦλος ἐπορεύετο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴ Δαμασκό, γιὰ νὰ συλλάβει ἄνδρες καὶ γυναῖκες Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει δεμένους στὴν Ἱερουσαλήμ, ξαφνικὰ ἄστραψε ἕνα φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ὁ Παῦλος ἔπεσε καταγῆς καὶ ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: «Σαούλ, Σαούλ, γιατὶ μὲ καταδιώκεις;». Καὶ ὁ Παῦλος ἐρώτησε: «Ποιός εἶσαι Κύριε;». Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖο ἐσὺ καταδιώκεις. Ὅμως σήκω τώρα καὶ πήγαινε στὴν πόλη, ὅπου ἐκεῖ θὰ σοῦ ποῦν τί πρέπει νὰ κάνεις». «Οἱ ἄνδρες ποὺ τὸν συνόδευαν ἔμειναν κατάπληκτοι, γιατὶ ἐνῶ ἄκουγαν τὴ φωνὴ δὲν ἔβλεπαν κανένα». Μόνο ὁ Παῦλος εἶδε τὸν Κύριο, ἐνῶ οἱ συνοδοί του ἀντελήφθηκαν ὅτι κάτι τὸ ἔκτακτο συνέβη. Ἔτσι τὸ γεγονὸς τῆς θείας ἐμφανίσεως καὶ φωνῆς εἶναι καὶ ἀντικειμενικὰ μαρτυρημένο. Τελικά, σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες, ὁδήγησαν τὸν Παῦλο στὴ Δαμασκὸ καὶ ἐκεῖ γιὰ τρεῖς ἡμέρες ἔμεινε τυφλός, χωρὶς νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ τίποτε. Στὴ Δαμασκὸ τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιος μαθητὴς ὀνόματι Ἀνανίας, ὁ ὁποῖος παρὰ τὶς ἐπιφυλάξεις ποὺ εἶχε γιὰ τὸν Παῦλο, λόγῳ τῆς φήμης του ὡς διώκτου τῶν Χριστιανῶν, καὶ ὑπακούοντας στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: «Πορεύου, ὄτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν... ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὄσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν», ἔθεσε τὰ χέρια του ἐπάνω στὸν Σαῦλο καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀδελφέ, ὁ Κύριος ποὺ σοῦ φανερώθηκε στὸ δρόμο, μὲ ἔστειλε γιὰ νὰ ξαναβρεῖς τὸ φῶς σου καὶ νὰ φωτισθεῖς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Ἀμέσως ἐκαθάρισαν τὰ μάτια του, ξαναβρῆκε τὸ φῶς, ἐσηκώθηκε, ἐβαπτίσθηκε καί, ἀφοῦ ἔφαγε, ἐνδυναμώθηκε. Ἐκεῖ ἐδέχθηκε τὴν κατήχηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀσφαλῶς ἀναθεώρησε καθ’ ὁλοκληρίαν τῆ φαρισαϊκὴ ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴν ὅλη συγκρότησή του, σύμφωνα πλέον μὲ τὴ νέα ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο. Στὴ συνέχεια μετέβη στὴν Ἀραβικὴ ἔρημο, στὸ βασίλειο τῶν Ναβαταίων, νότια τῆς Δαμασκοῦ, παρ’ ὅτι τοῦτο δὲν ἀναφέρεται ρητῶς στὶς Πράξεις, προκειμένου πιθανὸν νὰ ἀποφύγει τοὺς διῶκτες του καὶ ἀργότερα ξαναγύρισε στὴ Δαμασκό, ὅπου ἄρχισε τὸ κηρυκτικὸ ἔργο του γιὰ μία τριετία: «ἀλλ’ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν».
Στὴ Δαμασκὸ ἔμεινε μερικὲς ἡμέρες μὲ τοὺς Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκήρυττε στὶς Συναγωγὲς ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν κατάπληξη σὲ ὅλους ὅσοι τὸν ἄκουαν καὶ ἀποροῦντες ἔλεγαν: «Αὐτὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατεδίωκε στὴν Ἱερουσαλὴμ ὅσους πίστευαν στὸν Ἰησοῦ καὶ γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ δὲν ἔχει ἔλθει ἐδῶ γιὰ νὰ τοὺς συλλάβει καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει δεμένους στοὺς Ἀρχιερεῖς;».
Ἀντίθετα ὁ Παῦλος ἐνισχυόταν πιὸ πολὺ καὶ προκαλοῦσε σύγχυση στοὺς Ἰουδαίους τῆς Δαμασκοῦ μὲ τὸ κήρυγμά του, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες οἱ Ἰουδαῖοι κατέληξαν τελικὰ στὴν ἀπόφαση νὰ τὸν θανατώσουν καὶ γι’ αὐτὸ παραφύλαγαν τὶς πύλες ἐξόδου ἡμέρα καὶ νύκτα. Ἡ ἐχθρότητα καὶ ἡ ἀπόφαση αὐτὴ τῶν Ἰουδαίων, τὴν ὁποία ἐπληροφορήθηκε, ἀνάγκασαν τὸν Παῦλο νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Δαμασκό.
Ἐναντίον τοῦ Παύλου ὑποχρεώθηκε νὰ κινηθεῖ καὶ ὁ βασιλιὰς τῶν Ναβαταίων, ὕστερα ἀπὸ καταγγελίες τῶν Ἰουδαίων τῆς Δαμασκοῦ. Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Δαμασκὸ ὁ Παῦλος κατέφυγε στὴν Ἱερουσαλὴμ (37 – 38 μ.Χ.), γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν Πέτρο, κοντὰ στοὺς ὁποίους παρέμεινε δεκαπέντε ἡμέρες καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ δὲν εἶδε κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους παρὰ μόνο τὸν Ἰάκωβο «τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, καὶ παρ’ ὅτι προσπαθοῦσε νὰ προσκολληθεῖ στοὺς Μαθητές, ἐκεῖνοι ἦσαν ἐπιφυλακτικοὶ μαζί του, ἐπειδὴ τὸν ἐφοβοῦνταν ὡς διώκτη τους. Τελικά, ὅπως ἀναφέρεται στὶς Πράξεις, τὸν παρέλαβε ὁ Βαρνάβας, ὁ ὁποῖος τὸν ὁδήγησε στοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ διηγήθηκε τὸ θαῦμα τῆς μεταστροφῆς του, «πῶς ἐν τῇ ὁδῷ εἶδε τὸν Κύριο», ὁ Κύριος ἐλάλησε σ’ αὐτὸν καὶ πὼς εἶχε τώρα τὴν παρρησία νὰ κηρύττει τὸν Ἰησοῦ. Ἔτσι ἔγινε δεκτὸς καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται τοὺς Μαθητὲς καὶ νὰ κηρύττει μὲ θᾶρρος τὸν Ἰησοῦ. Καὶ ἐδῶ ὅμως οἱ ἑλληνόφωνοι Ἐβραῖοι – ἑλληνιστές ἐπεδίωξαν νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀλλὰ μόλις τὸ ἐπληροφορήθηκαν οἱ ἀδελφοὶ, τὸν ὁδήγησαν στὴν Καισάρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἐφυγάδευσαν στὴν πατρίδα του τὴν Ταρσό. Στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανισθεὶς «ἐν ἐκστάσει» τοῦ εἶπε: «Σπεῦσον καὶ ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ Ἱερουσαλὴμ διότι οὐ παραδέξονταί σου τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ». Προηγουμένως, ὄπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος, «ἦλθε στὰ μέρη τῆς Συρίας καὶ Κιλικίας» κηρύττοντας τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὴ ὅμως τὴν κηρυκτική του δραστηριότητα στὰ μέρη αὐτά, ποὺ πρέπει νὰ ἦταν σημαντική, δὲν ἔχουμε κάποιες πληροφορίες οὔτε καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἐκτὸς ἀπὸ φῆμες ποὺ εἶχαν οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸ γι’ αὐτό.
Στὴν γενέτειρά του Ταρσὸ τὸν ἀνεζήτησε ἀργότερα  ὁ Βαρνάβας καὶ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐκεῖ τὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ ἐνισχύσουν τοὺς ἐκεῖ ἀδελφούς. Στὴν Ἀντιόχεια ὡς γνωστόν, ὀνομάσθηκαν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ γιὰ πρώτη φορὰ «Χριστιανοί». Ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια ἐταξίδεψαν καὶ πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα (43 – 44 μ.Χ.), γιὰ νὰ μεταφέρουν βοηθήματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας,  στοὺς πτωχοὺς ἀδελφοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλήμ, ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ τὴν πείνα ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Καὶ ἀφοῦ ἐξεπλήρωσαν τὴν ἀποστολή τους, ἐπέστρεψαν πάλι στὴν Ἀντιόχεια παίρνοντας μαζί τους καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἐπονομαζόμενο Μᾶρκο.
Ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια ἄρχισε ἡ Α’ Ἀποστολικὴ περιοδεία (44 – 45 μ.Χ. ἢ 47 – 48 μ.Χ.) κατὰ τὸν ἑξῆς χαρακτηριστικὸ τρόπο: καθὼς προσεύχονταν σὲ κάποια λειτουργικὴ σύναξη μερικοὶ προφῆτες καὶ διδάσκαλοι μαζὶ μὲ τοὺς Βαρνάβα καὶ Παῦλο, καὶ μετὰ ἀπὸ κάποια χαρισματικὴ ἀποκάλυψη, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶπε νὰ ξεχωρίσουν τοὺς Βαρνάβα καὶ Παῦλο γιὰ τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο τοὺς εἶχε καλέσει.
Γιὰ τὴν πρώτη Ἀποστολικὴ περιοδεία μᾶς πληροφοροῦν οἱ Πράξεις. Ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἦταν ὁ Βαρνάβας καὶ αὐτὴ περιελάμβανε τὴ Σελεύκεια, ὁλόκληρη τὴν Κύπρο, τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας, τὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας καὶ τὶς πόλεις τῆς Λυκαονίας μέχρι τὸ Ἰκόνιο, τὰ Λύστρα καὶ τὴ Δέρβη.
Στὴν Ἀντιόχεια ὁ Παῦλος πρότεινε στὸν Βαρνάβα νὰ ἀρχίσουν τὴ Β’ Ἀποστολικὴ περιοδεία (τέλος 48 μ.Χ. – ἀρχές 52 μ.Χ. ἢ 48/49 – 51/52 μ.Χ.) καὶ νὰ ἐπισκεφθοῦν ξανὰ τὶς Ἐκκλησίες ποὺ εἶχαν ἱδρύσει κατὰ τὴν πρώτη περιοδεία τους καὶ νὰ στηρίξουν τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν. Ὀ μὲν Βαρνάβας, παίρνοντας μαζί του τὸν Ἰωάννη – Μᾶρκο, ἐπῆγε στὴν Κύπρο, ὁ δὲ Παῦλος ἐπῆρε γιὰ συνοδό του τὸν Σίλα καὶ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ περιόδευσαν τὴ Συρία καὶ Κιλικία, στηρίζοντας τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασαν στὶς πόλεις Δέρβη καὶ Λύστρα, ἀπ’ ὅπου ὁ Παῦλος παρέλαβε μαζί του τὸν Τιμόθεο, τὸν ὁποῖο περιέτεμε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ἐπειδὴ ἦταν ἑλληνιστής, καὶ συνέχισαν τὴν περιοδεία τους. Κατόπιν διέσχισαν τὴ Φρυγία καὶ τὴ Γαλατικὴ χώρα, ὅπου ὅμως παρέμειναν ἀναγκαστικὰ λόγῳ ἀσθενείας τοῦ Παύλου καὶ ἔτσι ἐκήρυξε καὶ ἐκεῖ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ ἐπιτυχία. Μὲ ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο τοὺς ὁδηγοῦσε σ’ ὅλη τὴν πορεία, πορεύθηκαν βορειοδυτικὰ καὶ κατέληξαν στὴν Τρωάδα.
Εὑρισκόμενοι στὴν Τρωάδα καὶ ἐνῶ πιθανὸν διαλογιζόταν ὁ Παῦλος ἂν ἔπρεπε νὰ περάσει στὴν ἀντίπερα ἀκτή, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴ Μακεδονία καὶ Ἑλλάδα, σὲ εὐρωπαϊκὸ πιὰ ἔδαφος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸν καθοδήγησε καὶ πάλι. Ἐμφανίσθηκε κάποιος ἄνδρας Μακεδόνας κατ’ ὄναρ «παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν». Τὸ ὅραμα αὐτὸ ὁ Παῦλος τὸ ἐθεώρησε ὡς θεία κλήση γιὰ νὰ κηρύξει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος καὶ γι’ αὐτὸ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Τρωάδα, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Σίλα καὶ Τιμόθεο στοὺς ὁποίους προστέθηκε καὶ ὁ ἰατρὸς Λουκᾶς, καὶ μέσῳ Σαμοθράκης τὴν ἑπομένη ἔφθασαν στὴ Νεάπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στοὺς Φιλίππους, ὅπου ἐκήρυξαν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἔχοντας καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ προσείλκυσαν πολλοὺς Χριστιανούς. «Ἐξήλθομεν ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸν ποταμόν, οὐ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι» καὶ ἐκεῖ συνάντησαν τὶς σεβόμενες τὸν Θεὸ γυναῖκες πρὸς τὶς ὁποῖες ὁ Παῦλος ὁμίλησε μὲ ἀποτέλεσμα μία ἀπὸ αὐτές, ἡ πορφυρόπωλις Λυδία, νὰ δεχθεῖ τὸ φωτισμὸ τοῦ Κυρίου, νὰ βαπτισθεῖ μαζὶ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά της καὶ μὲ ἐπίμονες παρακλήσεις νὰ πείσει τοὺς Ἀποστόλους νὰ μείνουν στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ ὁ Παῦλος ἐθεράπευσε τὴ μαντευομένη παιδίσκη, ποὺ ἀπέδιδε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της, οἱ ὁποῖοι καὶ κατήγγειλαν τὸ γεγονὸς στὶς ἀρχές, μὲ ἐπακόλουθο τὴ σύλληψη τοῦ Παύλου καὶ τῶν συνοδῶν του, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι διαταράσσουν τὴν πόλη, κηρύττοντας ἰδέες καὶ ἤθη ξένα στοὺς Ρωμαίους. Ἀποτέλεσμα τῆς δίκης ἦταν νὰ καταδικασθοῦν σὲ σκληροὺς ραβδισμοὺς καὶ σὲ ἐγκλεισμὸ στὴ φυλακή. Ἀλλὰ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δοξολογίες τῶν φυλακισμένων καθὼς καὶ ἕνας ἰσχυρὸς σεισμὸς εἶχαν ὡς συνέπεια νὰ ἀνοίξουν οἱ πόρτες τοῦ δεσμωτηρίου καὶ νὰ λυθοῦν τὰ δεσμὰ τῶν φυλακισμένων. Τοῦτο ἀνησύχησε τὸ δεσμοφύλακα, ὁ ὁποῖος ἀποπειράθηκε νὰ σκοτωθεῖ, ἐπειδὴ ἐνόμισε ὅτι οἱ φυλακισμένοι ἐδραπέτευσαν, ἀλλ’ ἡ παρέμβαση τοῦ Παύλου ὄχι μόνο τοῦ ἔσωσε τὴ ζωή, ἀλλὰ τὸν ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε αὐτὸν καὶ ὅλη τὴν οίκογένειά του. Στὴ συνέχεια οἱ στρατηγοὶ τῆς πόλεως διέταξαν τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Παῦλος ἐπικαλέσθηκε τὴν ἰδιότητα τοῦ Ρωμαίου πολίτου, ποὺ εἶχε, ἦλθαν οἱ ἴδιοι καὶ τοὺς παρεκάλεσαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πόλη. Πράγματι ὁ Παῦλος καὶ ἡ συνοδεία του, ἀφοῦ συνάντησαν τοὺς λίγους πιστοὺς στὴν οἰκία τῆς Λυδίας καὶ εὐχαρίστησαν τὸν Θεό, ἀνεχώρησαν μέσῳ Ἀμφιπόλεως καὶ Ἀπολλωνίας γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὴ Βέροια. Τὴν πρώτη Ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης ἀπετέλεσαν ἀρχικὰ μερικοὶ μὲν Ἰουδαῖοι, περισσότεροι δὲ ἀπὸ τοὺς «σεβομένους» Ἕλληνες καὶ κυρίως πολλὲς γυναῖκες τῆς ἀνώτερης κοινωνικῆς τάξεως τῆς πόλεως «γυναικῶν τε τῶν πρώτων οὐκ ὀλίγαι». Ἡ παράδοση διέσωσε μεταξὺ τῶν πρώτων Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης μερικὰ ὀνόματα, ὅπως ὁ Ἰάσων, ὁ Ἀρίσταρχος, ὁ Σεκοῦνδος, ὁ Γάιος, Θεσσαλονικεῖς συνεργάτες τοῦ Παύλου.
Τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη δὲν ἦταν χωρὶς δυσκολίες καὶ ἀντιδράσεις. Ὅπως συνέβη στοὺς Φιλίππους, ὅπου κατηγορήθηκαν ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνοδοί του ἐνώπιον τοῦ δήμου καὶ τῶν στρατηγῶν ὡς ταραχοποιοὶ καὶ ὡς διδάσκοντες γιὰ θεωρίες ποὺ ἀντιβαίνουν τὰ ρωμαϊκὰ ἤθη, ἔτσι καὶ τώρα στὴ Θεσσαλονίκη ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος τοῦ Παύλου ἐνόχλησε τοὺς Ἰουδαίους ποὺ δὲν ἐπίστεψαν, γιατὶ ἔβλεπαν ὅτι σημαντικὸς ἀριθμὸς Θεσσαλονικέων Ἰουδαίων προσχωροῦσε στὴ νέα πίστη καὶ ἐγίνονταν Χριστιανοὶ καὶ γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀντιδράσουν μὲ κάθε τρόπο. Ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς τρόπος  ἦταν νὰ ἐξουδετερώσουν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του χρησιμοποιώντας τὴ βαρύτερη κατηγορία. Ἐπεχείρησαν δηλαδὴ νὰ τοὺς ἐμφανίσουν ὅτι στρέφονται ἐναντίον τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν καὶ τοὺς ἀπέδωσαν τὶς κατηγορίες τῆς ἐσχάτης προδωσίας καὶ τῆς στάσεως ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ κράτους. Πρὸς τοῦτο «προσλαμβανόμενοι τῶν ἀγοραίων ἄνδρας τινὰς πονηροὺς καὶ ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν πόλιν» προεκάλεσαν ὀχλοκρατικὲς ἐκδηλώσεις  καὶ ταραχὲς μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναστατώσουν τὴν πόλη. Ἀναζήτησαν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνεργάτες του, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως. Ὅμως οἱ Χριστιανοί, ἄγρυπνοι καὶ ἀνήσυχοι, παρακολουθοῦσαν τὶν κινήσεις τῶν ἀντιτιθέμενων Ἰουδαίων καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ ἔλαβαν ἔγκαιρα τὰ μέτρα τους γιὰ τὴ διάσωση τῶν Ἀποστόλων. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ διῶκτες του, ἀφοῦ δὲν εὑρῆκαν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του, κατευθύνθηκαν στὴ συνέχεια στὸ σπίτι τοῦ Ἰάσονος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχαν πληροφορηθεῖ ὅτι τοὺς εἶχε προσφέρει φιλοξενία καὶ ἐργασία.
Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κατάσταση ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι σοβαρὴ καὶ πολὺ κρίσιμη γιὰ τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του, γι’ αὐτὸ «οἱ ἀδελφοὶ εὐθέως διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τὸν Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν» συνοδευομένους ἀπὸ μιὰ ὁμάδα Χριστιανῶν Θεσσαλονικέων γιὰ τὴν ἀσφαλέστερη πορεία τους μέχρι τὴ Βέροια καὶ τὴν ἐγκατάστασή τους σὲ γνωστὸ καὶ ἀσφαλὲς περιβάλλον.
Στὸ ὀλιγόχρονο διάστημα τῆς παραμονῆς τῶν Ἀποστόλων στὴ Βέροια, ὁ Παῦλος μὲ τοὺς συνοδούς του ἐπῆγαν στὴ Συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων, ὅπου καὺ συνέχισαν ἐκεῖ τὸ κήρυγμά τους. Καὶ στὴ Βέροια ἀκολουθήθηκε ἡ ἴδια τακτικὴ ποὺ εἶχε ἐφαρμοσθεῖ στοὺς Φιλίππους καὶ στὴ Θεσσαλονίκη· προεκάλεσαν καὶ ἐκεῖ ταραχὲς «σαλεύοντες καὶ ταράσσοντες τοὺς ὄχλους» καὶ τοὺς ἐξήγειραν ἐναντίον τῶν Ἀποστόλων, ὁπότε ἀναγκάσθηκαν οἱ Βεροιεῖς, γιὰ νὰ διασώσουν τὸν Παῦλο, νὰ τὸν φυγαδεύσουν, ὁδηγώντας τον σὲ κάποιο παραθαλάσσιο μέρος, ἴσως στὴ Μεθώνη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Ἀθήνα.
Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Μεθώνη διὰ θαλάσσης ὁ Παῦλος ἔφθασε στὴν Ἀθήνα καὶ κατὰ τὴ συνήθη τακτική του ἐπικοινώνησε μὲ τοὺς ὀλίγους Ἰουδαίους στὴ Συναγωγὴ καθὼς καὶ μὲ τοὺς προσηλύτους τῆς πόλεως. Στὴν ἀγορὰ τῆς πόλεως, στὴν ὁποία συνήθιζαν τότε νὰ συχνάζουν οἱ διάφοροι φιλόσοφοι καὶ διδάσκαλοι, συνάντησε μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς καὶ συζήτησε μαζί τους τὸ μήνυμα τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου. Φαίνεται ὅτι αὐτοὶ ἀρχικὰ εὑρῆκαν ἐνδιαφέρουσα τὴ συζήτηση μὲ τὸν Παῦλο καὶ τοῦ ἐζήτησαν νὰ ἀναπτύξει τὴ διδασκαλία του ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ποὺ ἦταν καὶ ὁ ὑπεύθυνος γιὰ τὰ θρησκευτικὰ θέματα καὶ τὰ ἤθη τῆς πόλεως. Πράγματι, ὁ Παῦλος, παίρνοντας ὡς βάση τὴ λατρεία τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸν Ἄγνωστο Θεὸ καὶ λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὶς ἐπικρατοῦσες τότε ἰδέες τῶν Στωικῶν δεχομένων, ὅπως ἀναφέρεται στὶς Πράξεις, ὅτι: «ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν», κατ’ ἀρχὴν έλεγξε τὴν πλάνη τους γιὰ τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ ἔπειτα τοὺς ὁμίλησε γιὰ τὸν ἀληθινὸ καὶ ζῶντα Θεό, τὸν Λυτρωτὴ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κηρύξει μετάνοια καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν. Αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ὅρισε ὁ Θεὸς νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ζῶντες καὶ νεκρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναστηθοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς κρίσεως ὅλης τῆς οἰκουμένης καὶ ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τους θὰ τύχουν αἰώνιας ζωῆς ἢ κολάσεως. Ἀλλὰ τὸ κήρηγμα αὐτὸ τοῦ Παύλου γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴ μέλλουσα κρίση προκάλεσε τὴν ἔντονη ἀντίδραση τῶν Ἀθηναίων καὶ ἄλλοι τὸν εἰρωνεύθηκαν ἀπροκάλυπτα καὶ ἄλλοι τοῦ εἶπαν μᾶλλον ἀδιάφορα ὅτι: «θὰ σὲ ἀκούσουμε ἄλλη φορά». Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κήρυγμά του εἶχε πολὺ πτωχὰ ἀποτελέσματα· ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἐπίστευσαν πολὺ λίγοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ μία γυναίκα ὀνόματι Δάμαρις.
Στενοχωρημένος ὁ Παῦλος ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα, ἀφοῦ τὸ κήρυγμά του δὲν εἶχε τὴν ἐπιτυχία τῶν ἄλλων πόλεων ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ πρίν, καὶ ἔφθασε στὴν Κόρινθο. Εὑρῆκε ἐκεῖ ἕνα ζευγάρι Ἰουδαίους, τὸν Ἀκύλα καὶ τὴν Πρίσκιλλα, ποὺ μόλις εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴν Ἰταλία ἀφοῦ ὁ Κλαύδιος ἔδιωξε τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴ Ρώμη καί, ἐπειδὴ ἦταν καὶ αὐτοὶ ὁμότεχνοι, ἔμεινε στὸ σπίτι τους. Καὶ στὴν Κόρινθο ὁ Παῦλος ἄρχισε τὸ κήρυγμά του ἀπὸ τὴ Συναγωγή, ὅπως συνήθιζε πάντα, μὲ ἁπλὰ ὅμως λόγια αὐτὴ τὴ φορὰ καὶ χωρὶς τὶς φιλοσοφικὲς ἐκεῖνες ἰδέες ποὺ ἀνέπτυξε στοὺς Ἀθηναίους. Τοὺς μίλησε μόνο γιὰ τὸν «Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον». Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐδῶ οἱ Ἰουδαῖοι ἀντέδρασαν στὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου καὶ δὲν θέλησαν νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ περιεχόμενό του, ὁ Παῦλος ἐστράφηκε πρὸς τοὺς ἐθνικούς, «καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Τιτίου Ἰούστου, σεβομένου τὸν Θεόν, οὗ ἡ οἰκία ἦν συνομοροῦσα τῇ συναγωγῇ», ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐπίστεψαν πολλοὶ καὶ ἐβαπτίσθησαν· μεταξὺ αὐτῶν δὲ ἦταν καὶ ὁ ἀρχισυναγωγὸς Κρίσπος καὶ ὅλοι οἱ οἰκεῖοι του. Μάλιστα ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε στὸν Παῦλο «δι’ ὁράματος ἐν νυκτί... μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσης, διότι ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ, καὶ οὐδεῖς ἐπιθήσεταί σοι τοῦ κακῶσαί τε, διότι λαὸς ἐστί μοι πολὺς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ». Γι’ αὐτὸ καὶ παρέμεινε στὴν Κόρινθο «ἐνιαυτὸν καὶ μῆνας ἕξ» διδάσκοντας στοὺς Κορινθίους τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βοηθούμενος στὸ ἔργο του ἀπὸ τοὺς Τιμόθεο καὶ Σίλα, ποὺ ἐπέστρεψαν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τὴ Βέροια, φέρνοντες εὐχάριστα νέα γιὰ τὴ στερέωση τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ Βεροίας. Αὐτὰ τὰ νέα ἔδωσαν τὴν εὐκαιρία στὸν Παῦλο νὰ γράψει τὶς δύο πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολές του. Τὸ κήρυγμα τοῦν Παύλου στὴν Κόρινθο εἶχε καρποφόρα ἀποτελέσματα, πράγμα ποὺ προκάλεσε τὴν ἀγανάκτηση τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρησαν στὸ Ρωμαῖο ἀνθύπατο Γαλλίωνα. Ὁ Γαλλίων ὅμως μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἀναμιχθεῖ σὲ ζητήματα «περὶ λόγου καὶ ὀνομάτων καὶ νόμου», τοὺς ἔδιωξε.
Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς ἀκόμα ἡμέρες παραμονῆς του στὴν Κόρινθο ὁ Παῦλος ἀνεχώρησε μαζὶ μὲ τοὺς συνοδούς του Ἀκύλα καὶ Πρίσκιλλα γιὰ τὴ Συρία, μὲ πρῶτο σταθμὸ τὴν Ἔφεσο, στὴν ὁποία ἔμεινε λίγο χρόνο, παρὰ τὶς παρακλήσεις  τῶν πιστῶν της νὰ μείνει περισσότερο κοντά τους. Ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ἔφθασε στὴν Καισάρεια καὶ κατέληξε στὴν Ἀντιόχεια, ἀφοῦ προηγουμένως ἀνέβηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ νὰ χαιρετήσει τὴν ἐκεῖ κοινότητα τῶν πιστῶν.
Στὴν Ἔφεσο, ὅταν ἔφθασε ὁ Παῦλος, κατὰ τὴν Τρίτη ἀποστολικὴ περιοδεία (ἄνοιξη 52 – ἄνοιξη 57 μ.Χ.), ἄρχισε τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῶν πιστῶν, καταδεικνύοντας τὴ θεία προέλευση καὶ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας του ἀκόμη καὶ μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε, θεραπεύοντας ἀσθενεῖς καὶ δαιμονιζομένους.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τελικὰ ἀνεχώρησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα συνοδευόμενος ἀπὸ μερικοὺς μαθητὲς ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ φαίνεται ὅτι ἐπερίμεναν τὸν Παῦλο, ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του καὶ μόλις κατόρθωσε νὰ διασωθεῖ ἀπὸ βέβαιο θάνατο ἀπὸ τὸ Ρωμαῖο χιλίαρχο Κλαύδιο Λυσία. Αὐτὸς τὸν παρέπεμψε μὲ συνοδεία καὶ σχετικὴ ἐπιστολὴ στὸ Ρωμαῖο Διοικητὴ τῆς Καισαρείας Φήλικα, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκράτησε φυλακισμένο δύο χρόνια (57 – 59). Τὸν Φήλικα διαδέχθηκε ὁ Φῆστος καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτησαν τότε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοὺς παραδώσει τὸν Παῦλο, γιὰ νὰ τὸν δικάσουν αὐτοὶ στὰ Ἱεροσόλυμα. Βλέποντας ὁ Παῦλος ὅτι ἀντιμετωπίζει βέβαιο θάνατο, ἔκανε χρήση τοῦ δικαιώματος τοῦ Ρωμαίου πολίτου καὶ ἐζήτησε νὰ δικασθεῖ ἀπὸ τὸν Καίσαρα, πράγμα ποὺ ἔγινε δεκτό.
Στὴ Ρώμη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔμεινε μία ὁλόκληρη διετία (60 – 62 μ.Χ. ἢ 59 – 61 μ.Χ.) φυλακισμένος σὲ ἰδιαίτερη ἐνοικιασμένη οἰκία, ὅπου μποροῦσε νὰ δέχεται ὅλους ὅσοι ἤθελαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν, νὰ κηρύττει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διδάσκει γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ παρρησία καὶ χωρὶς μεγάλα ἐμπόδια. Στὸ διάστημα αὐτὸ τῆς παραμονῆς του στὴ Ρώμη ὁ Παῦλος ἔγραψε τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ καθὼς καὶ τὶς λεγόμενες Ἐπιστολὲς αἰχμαλωσίας.
Γιὰ τὴν παραπέρα πορεία καὶ δραστηριότητα τοῦ Παύλου, τὴν τέταρτη ἀποστολικὴ περιοδεία (62 – 65 μ.Χ. ἢ 61 – 64 μ.Χ.), οἱ πληροφορίες εἶναι πενιχρὲς καὶ ἔμμεσες καὶ δὲν συμφωνοῦν ἀπόλυτα. Ἀπὸ τὶς σποραδικὲς ἀναφορὲς καὶ τοὺς ὑπαινιγμοὺς τῶν Πράξεων, ἀπὸ κάποιες εἰδήσεις τῆς ἀρχαίας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ὅπως τοῦ Κλήμεντος Ρώμης, τοῦ Μορατορίου Κανόνος, τοῦ Εὐσεβείου Καισαρείας, τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου καὶ ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν Ποιμαντικῶν Ἐπιστολῶν, συνάγεται ὅτι ὁ Παῦλος μετὰ τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὴ δίκη στὴ Ρώμη, ἐταξίδεψε «μέχρις ἐσχάτων τῆς Δύσεως». Τοῦτο κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Κλήμεντος Ρώμης σημαίνει, κατὰ τὴν ἐκτίμηση μερικῶν, μέχρι τὴν Ἰσπανία. Σύμφωνα μὲ τὶς Ποιμαντικὲς Ἐπιστολές, κατὰ τὴν Δ’ Ἀποστολικὴ περιοδεία ὁ Παῦλος ἐπισκέφθηκε τὴν Ἔφεσο, τὴ Μακεδονία, τὴν Κρήτη, τὴ Νικόπολη, τὴν Τρωάδα, τὴ Μίλητο καὶ τὴν Κόρινθο, πιθανὸν καὶ τὶς Ἐκκλησίες  τῶν Κολοσσῶν, Ἱεραπόλεως, Λαοδικείας, ἐκπληρώνοντας παλαιὰ ὑπόσχεσή του πρὸς τὸν Φιλήμωνα καὶ τοὺς Κολοσσαεῖς, γιὰ νὰ γνωρίσει καὶ προσωπικὰ τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν ποὺ δὲν εἶχε συναντήσει μέχρι τότε.
Ἡ σύλληψη καὶ μεταφορὰ τοῦ Παύλου στὴ Ρώμη ἔγινε μεταξὺ τῆς ἀνοίξεως καὶ τοῦ θέρους τοῦ 65 μ.Χ. Οἱ συνθῆκες τῆς δεύτερης αὐτῆς φυλακίσεώς του ἦσαν ὁπωσδήποτε διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν πρώτη. Εἶχε ἀσφαλῶς ὀλιγότερες ἐλευθερίες γιὰ νὰ τὸν ἐπισκέπτονται οἱ φίλοι του, ὅπως ὁ Ὀνησιφόρος, ὁ Εὔβουλος καὶ Πούδης, ὁ Λίνος καὶ ἡ Κλαυδία καὶ ἄλλοι, καὶ οἱ συνεργάτες του Κρήσκης, Τίτος, Λουκᾶς, Τυχικός. Φαίνεται ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς φυλακίσεώς του αὐτῆς ἔγραψε τὴ Β’ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κύκνειο ἄσμα του, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ τὴ φυλάκισή του αὐτὴ ὁδηγήθηκε στὸ μαρτυρικὸ θάνατό του.
Ὁ ἀκριβὴς χρόνος τοῦ θανάτου τοῦ Παύλου δὲν εἶναι γνωστός, ἐλλείψει συγκεκριμένων πληροφοριῶν, τὶς ὁποῖες ὅμως ἀναπληρώνει ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία συνδέει τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Παύλου μὲ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Πέτρου καὶ ἀναφέρει σχετικὰ μόνο ὅτι οἱ δύο Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Νέρωνος, χωρὶς νὰ προσδιορίζει τὸν ἀκριβὴ χρόνο τοῦ μαρτυρίου τους. Ἐξ ἄλλου ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς 29ης Ἰουνίου ὡς «γενεθλίου» ἡμέρας τους δὲν δηλώνει τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τους, ἀλλὰ τὴν καθιέρωση τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τους, τὸ 258 μ.Χ., ἴσως λόγῳ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τους. Τὸ πιθανότερο εἶναι ὁ Παῦλος νὰ ἐμαρτύρησε στὰ τέλη περίπου τοῦ ἔτους τῆς συλλήψεώς του, τὸ 65 μ.Χ. ἢ τὸ ἀργότερο στὶς ἀρχὲς τοῦ 66 μ.Χ. Τὸν ἐξετέλεσαν μὲ ξίφος κοντὰ στὴν «περιοχὴ τοῦ Λικινίου», παρὰ τὴν Ὀστία ὁδό, σὲ τόπο ὀνομαζόμενο «Σωτήριο Νερό», ποὺ σήμερα εἶναι γνωστὸς ὡς Μονὴ τῶν «Τριῶν Πηγῶν». Ἐκεῖ κοντὰ καὶ τὸν ἐνταφίασαν. Στὸν τόπο τῆς Ταφῆς ὁ Ἀνίκητος τοῦ ἀνήγειρε «νεκρικὸ τρόπαιο», ποὺ πιθανὸν περικλειόταν σὲ κάποιο μεγαλύτερο κτίσμα.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς συνάξεις  στοὺς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ μαρτυρίου τους.
Μετὰ τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο μαζὶ στὶς Κατακόμβες.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.
Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398 μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823, ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ ἀρχαῖο της κάλλος.
Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Κανόνας πίστεως.
Ἐθνῶν σε κήρυκα καὶ φωστῆρα τρισμέγιστον, Ἀθηναίων διδάσκαλον, Οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, εὐφροσύνως γεραίρομεν· τοὺς ἀγῶνας τιμῶμεν καὶ τὰς βασάνους διὰ Χριστόν, τὸ σεπτόν σου μαρτύριον. Ἅγιε Παῦλε Ἀπόστολε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος καὶ Ἀπόστολος μέγιστος, καὶ σαγηνευτὴς ἐθνῶν θεῖος, ἐν τῷ λόγῳ τῆς χάριτος, ἐδείχθης ὡς πλήρης ὢς φωτός, Ἀπόστολε Παῦλε ἀληθῶς· τὸν γὰρ ἄγνωστον κηρύττεις ἡμῖν Θεόν, τοῖς πόθῳ ἀνακράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσι τὰ κρείττονα.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖοι κήρυκες, τῆς εὐσεβείας, κρήνη δίκρουνος, θεογνωσίας, καὶ δογμάτων οὐρανίων ἀκφάντορες, Πέτρε καὶ Παῦλε σαφῶς ἀνεδείχθητε, ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων Πρωτόθρονοι. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, σωτήριον ἡμῖν ἔλλαμψιν, καὶ λύτρωσιν παθῶν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀποστόλων πρόκριτος, καὶ κορυφαῖος ἐδείχθης, προσκληθεὶς Ἀπόστολε, παρὰ Χριστοῦ οὐρανόθεν· ἔνθεν δή, τὴν οἰκουμένην πᾶσαν διῆλθες, ἅπαντας, καταφωτίζων πρὸς θείαν πίστιν· διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· χαίροις ὦ Παῦλε, Ἐκκλησιῶν ὁ φωστήρ.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τοὺς ἀσφαλεῖς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Ἀποστόλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀποστόλων πρόκριτοι, καὶ κορυφαῖοι ὀφθέντες, οὐρανοὶ ὡς ἔμψυχοι, δόξαν Θεοῦ διηγοῦνται, Πέτρος μέν, ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Λόγου πλήρης, Πεῦλος δέ, ὡς ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος θεῖον, καὶ ἀμφότεροι αἰτοῦνται, πᾶσι δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ἡ καλλονή, καὶ ἐθνῶν ὁ κῆρυξ, καὶ διδάσκαλος  καὶ φωστήρ· χαίροις Ἐκκλησίας, ὑφηγητὴς ἁπάσης, καὶ μέγας λαμπαδοῦχος, Παῦλε Ἀπόστολε.

Μεγαλυνάριον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.
Πέτρε θεῖον ἅρμα Χερουβικόν, οὐράνιε Παῦλε, ὄχημά τε Σεραφικόν, ἡ πύρινος γλῶσσα, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, πυρός με τῆς γεέννης, ἀπολυτρώσασθε.

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἀπόστολος

Ημ. Εορτής: 29 Ιουνίου

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐγεννήθηκε στὴ μικρὴ πόλη Βηθσαϊδὰ κοντὰ στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ὅπου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως μὲ τὸν ἀδελφό του Ἀνδρέα, κληθέντα καὶ αὐτὸν στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, καὶ μὲ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, γενόμενους ἐπίσης Ἀποστόλους. Τὸ ὄνομά του ἀπαντᾶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπὸ τέσσερις τύπους: α. Συμεὼν (ἐκ τοῦ Sim Un, σημιτικοῦ τύπου). β. Σίμων (κοινότερος τύπος, ἐξελληνισμένη σύντμηση τοῦ προηγούμενου). γ. Κηφᾶς (ἀπὸ τὸ ἀραμαϊκὸ Kepha, ποὺ σημαίνει πέτρα). δ. Πέτρος (παράφραση τῆς προηγούμενης ἀραμαϊκῆς ἐπωνυμίας, ἡ ὁποία ἐδόθηκε στὸ Σίμωνα ἀπὸ τὸν Χριστό).
Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης ἢ Ἰωνᾶς. Οἱ γονεῖς του ἀνῆκαν στοὺς λιγοστοὺς πιστοὺς εὐσεβεῖς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς τους, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν ἐναγώνια τὸν Μεσσία καὶ τὴ μεσσιανικὴ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἐτερματίζετο ἡ κακοδαιμονία τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε τὴν πεθερά του, τὴν ὁποία ἐθεράπευσε ὁ Κύριος, στὴν Καπερναούμ, προκύπτει ὅτι ἦταν ἔγγαμος. Δὲν εἶναι γνωστὸ μὲ βεβαιότητα τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του, καλουμένης Ἰωάννας ὑπὸ τῶν Ἀνατολικῶν καὶ Περπετούης ὑπὸ τῶν Δυτικῶν. Οὔτε εἶναι γνωστὸ ἂν ἡ σύζυγός του ἐζοῦσε ἀκόμη, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκλήθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα.
Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης καλοῦνται «ἀγράμματοι καὶ ἰδιῶται» ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, σημεῖο ὅτι δὲν εἶχαν φοιτήσει στὶς λόγιες ραββινικὲς σχολές. Εἶχαν ὅμως μαθητεύσει στὸν Τίμιο Πρόδρομο. Τοῦτο εἶναι βέβαιο γιὰ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ γιὰ τὸν Ἀνδρέα, πιθανῶς δὲ καὶ γιὰ τὸν Σίμωνα Πέτρο.
Ἡ κλήση τοῦ Πέτρου στὸ ἀποστολικὸ ἔργο ἔγινε βαθμιαίως. Ὅταν τὸν ἐπαρουσίασε ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας στὸν Κύριο, μὲ τοὺς λόγους «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν», ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία Κηφᾶς. Ἦταν παρὼν κατὰ τὸ θαῦμα στὴν Κανᾶ καὶ ἐγκαταστάθηκε μετὰ μὲ τὸν Κύριο στὴν Καπερναούμ. Ἐκλήθηκε ὁριστικὰ μετὰ τὴν πρώτη θαυμαστὴ ἁλιεία, γενόμενος ἔτσι «ἁλιεὺς ἀνθρώπων».
Ὁ ἐνθουσιώδης καὶ εὐσεβὴς Πέτρος ἐπέταξε τὰ δίχτυα ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστά. Λόγῳ τοῦ δυναμικοῦ χαρακτῆρος του καὶ τῆς ἰδιαίτερης ἀφοσιώσεώς του στὸν Κύριο ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ἐξαιρετικὴ θέση μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων καὶ νὰ ὁμιλεῖ συχνὰ ἐκ μέρους αὐτῶν. Ὁμολόγησε πρῶτος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος ἐξετίμησε αὐτὴ τὴν ὁμολογία καὶ τὸν διαβεβαίωσε πὼς ἐπάνω σὲ αὐτὴ τὴν ὁμολογία πίστεως, ποὺ ἔγινε κατ’ ἀποκάλυψιν Θεοῦ Πατρός, «οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Πέτρος ἀποτελεῖ κεντρικὸ πρόσωπο στὰ Εὐαγγέλια. Ἔτσι στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο ἀρνεῖται πρὸς στιγμὴν τὴ νίψη τῶν ποδῶν του ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀγωνιᾶ κατόπιν νὰ μάθει ποιὸς εἶναι ὁ προδότης, διαμαρτύρεται, διότι στὴν πρὸς τὸν Κύριο ἐρώτησή του «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», ἔλαβε ἀπὸ Αὐτὸν τὴν ἀπάντηση «ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι», καὶ τέλος ὑπόσχεται στὸν Κύριο ὅτι θὰ θυσιάσει τὴν ψυχή του γιὰ Ἐκεῖνον καὶ δὲν θὰ σκανδαλισθεῖ ἀπὸ τὸ ἐπερχόμενο Πάθος Του. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ὁ Ἰησοῦς στὴν μετὰ τοῦ Πέτρου στιχομυθία του εἶπε σὲ αὐτὸν τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Σίμων, Σίμων, ἰδοῦ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ συνιάσαι ὡς τὸν σῖτον. Ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου. Καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου». Πράγματι δέ, δὲν ἐξέλιπε ἡ πίστη τοῦ Πέτρου, ἂν καὶ ἀρνήθηκε τὸν Διδάσκαλο τρεῖς φορὲς στὴν αὐλὴ τοῦ ἀρχιερέως. Ἕνεκα τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ δεήσεως τοῦ Κυρίου, ἦλθε στὸν ἑαυτό του, μετανόησε  καὶ ἔκλαψε πικρὰ γιὰ τὴν πράξη του καὶ ἀξιώθηκε πρῶτος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους νὰ διαπιστώσει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ πρῶτος νὰ δεῖ τὸν Ἀναστάντα Κύριο.
Ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ νὰ διαπιστώσει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς τὸν μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Τὸ φλογερό του κήρυγμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔκανε νὰ πιστέψουν τρεῖς χιλιάδες ψυχές, καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Ἡ ἱεραποστολικὴ δράση του ὑπῆρξε θαυμαστὴ καὶ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐνεργοῦσε κατὰ καιροὺς περιοδεῖες ἐπισκεπτόμενος τὶς πλησιόχωρες Ἐκκλησίες. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὶς δύο ἀνόδους του στὰ Ἱεροσόλυμα συναντήθηκε ἐκεῖ μὲ τὸν Πέτρο, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ Ἀπόστολο τῶν «ἐκ περιτομῆς» καὶ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἐτιμᾶτο μαζὶ μὲ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη ὡς «στῦλος» τῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ μία περιοδεία του ὁ Πέτρος, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις, ἐπισκέφθηκε τὴ Λύδδα καὶ ἀφοῦ ἐθεράπευσε  τὸν παραλυτικὸ Αἰνέα, ἦλθε στὴν Ἰόππη, ὅπου ἀνέστησε τὴν Ταβιθᾶ ἢ Δορκάδα. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μὲ θεία ἐπιταγή, ἐπορεύθηκε στὴν Καισάρεια, στὴν ὁποία ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε τὸν ἐθνικὸ Κορνήλιο μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ὅταν ἔμαθαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ οἱ «ἐκ περιτομῆς» τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων ἐκατηγόρησαν τὸν Πέτρο. Ὁ Ἀπόστολος ἐξέθεσε μὲ λεπτομέρεια πῶς ὁ Θεὸς δι’ ὁράματος «ὑπέδειξεν μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον» καὶ ἔκλεισε τὴν ἀπολογία του ἐκείνη ὡς ἑξῆς: «Εἰ οὖν τὴν ἴσην δωρεὰν ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς ὡς καὶ ἡμῖν πιστεύσασιν ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐγὼ δὲ τὶς ἤμην δυνατὸς κωλῦσαι τὸν Θεόν;».
Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α’, ἐπιθυμώντας νὰ εὐχαριστήσει τοὺς Ἰουδαίους συνέλαβε τὸν Πέτρο κατὰ τὶς ἑορτὲς τοῦ Πάσχα τοῦ 42 ἢ 44 μ.Χ. καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ τὸν φονεύσει μετὰ ἀπὸ λίγο. Ἀλλ’ Ἄγγελος Κυρίου ἐλευθέρωσε κατὰ τὴ νύχτα τὸ δέσμιο καὶ ἀπὸ στρατιῶτες φρουρούμενο Πέτρο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τοὺς συγκεντρωμένους καὶ προσευχόμενους ὑπὲρ αὐτοῦ ἀδελφοὺς στὴν οἰκία τῆς Μαρίας, μητέρας τοῦ Μάρκου, ἀνήγγειλε σὲ αὐτοὺς τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο καὶ «ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον».
Γιὰ τελευταία φορὰ ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις περὶ τοῦ Πέτρου κατὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), στὴν ὁποία μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ μία συνάντηση, τὴν ὁποία εἶχε μὲ τὸν Πέτρο στὴν Ἀντιόχεια, κατὰ τὴν ὁποία τὸν ἤλεγξε γιὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσα ἔλλειψη θάρρους καὶ παραχώρηση ὑπὲρ τῶν ἰουδαϊζόντων καὶ σὲ βάρος τῶν ἐξ ἐθνῶν Χριστιανῶν.
Γιὰ τὴ μετὰ ταῦτα ζωὴ καὶ δράση τοῦ Πέτρου στερούμεθα σαφεῖς ἱστορικὲς μαρτυρίες. Ὁ Ὠριγένης καὶ ὁ Εὐσέβιος, προφανῶς ἀπὸ τὸν πρόλογο τῆς Α’ Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Πέτρου, συμπέραναν ὅτι αὐτὸς ἐκήρυξε στοὺς Ἰουδαίους τῆς Διασπορᾶς, στὸν Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ἀσία καὶ Βιθυνία. Ὁρισμένοι δέχονται καὶ τὴν ἀποστολικὴ δράση τοῦ Πέτρου στὴν Κόρινθο.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε δύο Καθολικὲς Ἐπιστολές. Ἀπὸ αὐτές, ἡ μὲν πρώτη ἀπευθυνόταν στοὺς Χριστιανοὺς τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Βιθυνίας, ἡ δὲ δεύτερη σὲ ὅλους τοὺς Χριστιανούς. Μέσα ἀπὸ αὐτὲς προσπαθεῖ νὰ στηρίξει τοὺς πιστοὺς στὶς θλίψεις ποὺ ὑφίστανται ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὑπάρχει βέβαια καὶ ἡ παράδοση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν περὶ μεταβάσεως τοῦ Πέτρου στὴ Ρώμη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ἢ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, τῆς ὁποίας διετέλεσε  ἐπὶ εἰκοσιπενταετία Ἐπίσκοπος. Τὴν παράδοση αὐτὴ πολλοὺ Ὀρθόδοξοι μελετητὲς τὴν ἀμφισβητοῦν, διότι στηρίζεται σὲ μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα κείμενα, τὶς λεγόμενες «Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις» καὶ τὴν ἀπόκρυφη φιλολογία. Ἀναμφίβολα ὅμως ὁ Πέτρος συνδέεται μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀφοῦ ἔδρασε καὶ ἔμαρτύρησε σὲ αὐτήν.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν παράδοση ὁ Πέτρος ἵδρυσε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἐκήρυττε νυχθημερὸν στὴ μεγάλη πόλη καὶ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει πλῆθος κατοίκων στὸ Χριστιανισμό. Τὴν ἴδια ἐποχὴ εὑρισκόταν στὴ Ρώμη καὶ ὁ διαβόητος Σίμων ὁ μάγος, γνωστὸς ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖ μὲ τὶς διάφορες μαγγανεῖες καὶ τὰ μαγικὰ κόλπα προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ τοῦ πλήθους καὶ γι’ αὐτὸ ἀπέκτησε πολλοὺς ὀπαδούς. Ὅμως εὑρῆκε μπροστά του τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος μὲ σειρὰ θαυμάτων ξεσκέπασε τὸν ἀπατεώνα μάγο, τὸν ἀπέδειξε  ὡς συνεργὸ τῶν δαιμόνων καὶ ἐφανέρωσε τὴν ἀνίκητη δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει: «Τοῦ Πέτρου καὶ Παύλου ἐν Ρώμῃ εὐαγγελιζομένων καὶ θεμελιούντων τὴν Ἐκκλησίαν».
Ὁ Ὠριγένης: «Ὃς καὶ ἐπὶ τέλει ἐν Ρώμῃ γενόμενος ἀνεσκολοπίσθη κατὰ κεφαλῆς οὕτως αὐτὸς ἀξίωσας». Τέλος ὁ πρεσβύτερος Γάιος (169 μ.Χ.) γράφει στὸν πρὸς Πρόκλο διάλογό του: «Ἐγὼ δὲ τὰ τρόπαια (μνημεία, σκηνώματα) τῶν ἀποστόλων ἔχω δεῖξαι. Ἐὰν γὰρ θελήσῃς ἀπελθεῖν ἐπὶ τὸν Βατικανὸν ἢ ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν Ὠστίαν, εὑρήσεις τὰ τρόπαια τῶν ταύτην ἱδρυσαμένων τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ τὴν παράδοση, λοιπόν, ὁ Πέτρος ἄθλησε στὴ Ρώμη κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορος Νέρωνος (64/67 μ.Χ.). Λίγο πρὶν τὸν συλλάβουν ἔκρινε σκόπιμο νὰ φύγει κρυφὰ ἀπὸ τὴν πόλη, γιὰ νὰ γλιτώσει. Καθὼς ἐβάδιζε βιαστικὰ τὴν περίφημη Ἀππία ὁδὸ εἶδε μπροστά του τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τὸν ἐρώτησε: «Quo Vadis?», δηλαδὴ «ποῦ πηγαίνεις;». Τότε ὁ ἔνθερμος Ἀπόστολος  κατάλαβε πὼς ἡ φυγή του αὐτὴ ἰσοδυναμοῦσε μὲ νέα ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ μὲ δάκρυα  στὰ μάτια ἐγύρισε πίσω καὶ συνελήφθη καὶ καταδικάσθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο. Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο παρακάλεσε τοὺς δημίους του νὰ τὸν σταυρώσουν ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω, διότι, ὅπως εἶπε, δὲν ἐθεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ σταυρωθεῖ σὰν τὸν ἠγαπημένο Δάσκαλο καὶ Θεό του! Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Χριστό, τὸ δὲ ἁγιασμένο λείψανό του τὸ περιμάζεψαν οἱ πιστοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ Βατικανὸ λόφο.
Ὁ τάφος του ἦταν ἁπλὸς καὶ πτωσικός. Ἐσκέπασαν τὸ τίμιο λείψανό του μὲ χῶμα καὶ μετὰ μὲ πλάκες ἀπὸ κεραμίδι σὲ σχῆμα ἀμφικλινές. Ἔτσι ἔθαπταν τότε τοὺς πολλούς, τοὺς πτωχοὺς στὴ Ρώμη. Τὸ μνῆμα τοῦ Πέτρου τὸ ἤξερε καλὰ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της Ἀνίκητος (155 – 166 μ.Χ.), περὶ τὸ 160 μ.Χ., ἐτοποθέτησε μία μαρμάρινη πλάκα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὁποία ἐστήριξε σὲ δύο κιονίσκους μία τράπεζα μὲ μικρὴ κόγχη καὶ ὑποτυπῶδες ἀέτωμα. Γύρω της συνήρχοντο γιὰ προσευχὴ λίγοι Χριστιανοί, ἐνῶ στὸν ἱερὸ τόπο τῆς ταφῆς τοῦ Πέτρου συνάγονταν πολλοὶ προσκυνητὲς στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς συνάξεις  στοὺς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ μαρτυρίου τους.
Μετὰ τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο μαζὶ στὶς Κατακόμβες.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.
Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398 μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823, ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ ἀρχαῖο της κάλλος.
Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν δεξάμενος, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρωτόθρονος πέφηνας, τῶν Ἀποστόλων αὐτοῦ, καὶ πέτρα τῆς πίστεως· ὅθεν ὡς τῶν ἀρρήτων, κοινωνὸς καὶ αὐτόπτης, πᾶσιν εὐηγγελίσω, σωτηρίας τὸν λόγον· διό σε μεγαλύνομεν, Πέτρε Ἀπόστολε.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖοι κήρυκες, τῆς εὐσεβείας, κρήνη δίκρουνος, θεογνωσίας, καὶ δογμάτων οὐρανίων ἀκφάντορες, Πέτρε καὶ Παῦλε σαφῶς ἀνεδείχθητε, ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων Πρωτόθρονοι. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, σωτήριον ἡμῖν ἔλλαμψιν, καὶ λύτρωσιν παθῶν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων πρωτόθρονος, καὶ μαθητὴς τοῦ Σωτῆρος θερμότατος, ἀπαύστως δυσώπει τὸν Κύριον, λυτροῦσθαι ἡμᾶς πάσης θλίψεως, Ἀπόστολε Πέτρε πανεύφημε.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τοὺς ἀσφαλεῖς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Ἀποστόλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀποστόλων πρόκριτοι, καὶ κορυφαῖοι ὀφθέντες, οὐρανοὶ ὡς ἔμψυχοι, δόξαν Θεοῦ διηγοῦνται, Πέτρος μέν, ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Λόγου πλήρης, Πεῦλος δέ, ὡς ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος θεῖον, καὶ ἀμφότεροι αἰτοῦνται, πᾶσι δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις κορυφαῖε μύστα Χριστοῦ, Ἀπόστολε Πέτρε, Ἀποστόλων ἡ καλλονή· χαίροις οἰκονόμε, τῶν δωρεῶν τῶν θείων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.

Μεγαλυνάριον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Πέτρε θεῖον ἅρμα Χερουβικόν, οὐράνιε Παῦλε, ὄχημά τε Σεραφικόν, ἡ πύρινος γλῶσσα, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, πυρός με τῆς γεέννης, ἀπολυτρώσασθε.

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Άγιος Νεομάρτυρας Ζαχαρίας επίσκοπος Σητείας (26 Ιουνίου)


Οι Ιεράρχες της Εκκλησίας Κρήτης πάντοτε ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς με διαρκή επαγρύπνηση διατήρησαν άσβεστη της φλόγα της πίστεως και διέσωσαν με σκληρούς αγώνες και θυσίες τα ιερά και τα όσια της θρησκείας και της πατρίδας. Γι αυτό οι αλλόθρησκοι κατακτητές ζητούσαν αφορμή να ξεσπάσουν εναντίον των. Όταν ο κρητικός λαός επαναστατούσε ζητώντας την ελευθερία του οι Τούρκοι θεωρούσαν πρωταίτιους τους Επισκόπους τους οποίους βασάνισαν όπως τον επίσκοπο Κυδωνίας Καλλίνικο, ή διαπόμπευσαν όπως τον επίσκοπο Κισάμου Μελχισεδέκ, ή απαγχόνισαν όπως τον επίσκοπο Ρεθύμνης Γεράσιμο, ή εφόνευσαν όπως τον Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο και τους επισκόπους Κνωσού Νεόφυτο, Χερρονήσου Ιωακείμ, Σητείας Ζαχαρία, Διοπόλεως Καλλίνικο όταν συνεδρίαζαν στον παλαιό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά (23 Ιουνίου 1821), ως επίσης τον επίσκοπο Λάμπης Ιερόθεο και τον επίσκοπο Πέτρας Ιωακείμ, μαζί με πλήθος ιερέων, διακόνων, μοναχών και λαϊκών.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, ἔχων πρόκριτον, δεδοξασμένον, τόν τῆς Κρήτης ποιμένα Γεράσιμον ὁμονοοῦντες γάρ πίστει ἠθλήσατε, καί τῶν τυράννων τό θράσος ἐλύσατε. Ὅθεν πάντοτε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύετε, δωρίσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
ἉΓΊΟΥ ΖΑΧΑΡΊΟΥ ΣΗΤΕΊΑΣ ἘΠΙΣΚΌΠ. ἮΧ. ΠΛ. Α´. ΤῸΝ ΣΥΝΆΝΑΡΧΟΝ ΛΌΓΟΝ.
Ἱεράρχης ὑπάρχων θεοειδέστατος, ἱερωσύνης τὴν χλαῖναν, τοῖς τῶν αἱμάτων κρουνοῖς, ἐπορφύρωσας τυθεὶς ἀμνὸς ὡς ἄκακος, καὶ προσεχώρησας λαμπρῶς, πρὸς τὴν ἀνέσπερον ζωήν, ὑπὲρ ἡμῶν ἱκετεύων, Χριστὸν ἀεὶ Ζαχαρία, Σητείας κλέος ἀναφαίρετον.

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Άγιος Νεομάρτυς Ιωακείμ επίσκοπος Πέτρας (25 Ιουνίου)

Την επομένη της μεγάλης σφαγής (γνωστή ως μεγάλος αρμπαντές εις το Μεγάλο Κάστρο ) , συνελήφθη εις το χωρίον Επάνω Φουρνή , ένθα ή έδρα της Επισκοπής Πέτρας , ο Αρχιερεύς αυτής Ιωακείμ . Τουφεκίσθηκε έξω από τον ιερό ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου ( 1821 ) .



Πηγή από το Ημερολόγιον Άγιοι της Κρήτης του έτους 2014 

Όσιος Μεθόδιος ο εν Νηβρύτω (25 Ιουνίου)

Όσιος αυτός καταγόταν από την επαρχία του Ρεθύμνου . Από την εφηβική του ηλικία έδειξε την κλίση του για την καλλιέργεια και απόκτηση των αρετών . Άφησε λοιπόν τις κοσμικές μέριμνες και φόρεσε το χιτώνα της αληθινής φιλοσοφίας έγινε μοναχός .

Έφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα του και πήγε στο χωριό Νήβρυτο , ποιο πάνω από τη Γορτύνη , στους πρόποδες του όρους Ίδη , και εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά που την δείχνουν ως σήμερα. Εκεί πέρασε την υπόλοιπη ζωή του με νηστείες , προσευχή και μεγάλη σκληραγωγία . Έφτασε μάλιστα σε τέτοιο ύψος αρετών , ώστε να προσεγγίσει το μέτρο του αγγέλου με σώμα ,εκπλήσσοντας με θεοσημεία όσους τον γνώριζαν.

Εκοιμήθη εν Κυρίω σε βαθύ γήρας οσιακά .



Πηγή από το βιβλίο Γνωριμία με τους Αγίους της Κρήτης 

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Ιερά Πανήγυρις Ι.Ν Τιμίου Προδρόμου ενορίας Μαρωνιάς Σητείας


Το Σάββατο 24 Ιουνίου 2017 η Εκκλησία μας τιμά το Γενέσιο του Τιμίου και ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου που εορτάζει ο Ιερός Ναός Τιμίου Προδρόμου στην ενορία Μαρωνιάς Σητείας .

Την Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017 τελέστηκε Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός και η ευλόγηση  των άρτων.






Γενέσιον τοῦ Τιμίου ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου

Ημ. Εορτής: 24 Ιουνίου

Ἡ Ἐκκλησία, τρία μόνο Γενέθλια τιμᾶ καὶ ἑορτάζει: α. τοῦ Δεσπότου καὶ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, β. τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ γ. τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Τὰ γεγονότα  τῆς γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ α’ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του.
Γράφει, λοιπόν, ὅτι στὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἡρώδη ἐζοῦσε στὴν Ἰουδαία κάποιος ἱερέας ποὺ λεγόταν Ζαχαρίας. Εἶχε σύζυγό του τὴν Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία ἦταν ἀπόγονος τοῦ Προφήτου Ἀαρών. Ἦσαν καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζοῦσαν μὲ δικαιοσύνη, φόβο Θεοῦ, εὐλάβεια, σωφροσύνη, καὶ ἐτηροῦσαν τὶς θεῖες ἐντολές. Γιὰ πολλὰ χρόνια ἱκέτευαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς εὐλογήσει μὲ τὴ χαρὰ τῆς τεκνογονίας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἀποκτήσει, παρὰ τὴ θερμὴ προσευχή τους, παιδί. Ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ στείρα σύζυγός του Ἐλισάβετ εἶχαν φθάσει σὲ βαθὺ γήρας καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ τεκνοποιήσουν.
Ἐνῶ ὁ ἱερέας Ζαχαρίας εὑρισκόταν μία ἡμέρα στὸ ναὸ καὶ ἐθυμίαζε στὸ ἱερὸ Βῆμα, ἐφανερώθηκε σ’ αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου, γιὰ νὰ προμηνύσει τὴ γέννηση τοῦ ἐπιγείου καὶ ἔνσαρκου ἄγγελου, τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου. Βλέποντάς τον ὁ Ζαχαρίας ἐταράχθηκε καὶ ἐφοβήθηκε τόσο πολὺ ὥστε ἔμεινε ἐκστατικός. Τότε ὁ Ἄγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Γιατὶ ὁ Θεὸς ἐδέχθηκε τὴν προσευχή σου καὶ ἡ γυναίκα σου, ἡ Ἐλισάβετ, θὰ γεννήσει υἱό. Καὶ θὰ τὸν ὀνομάσεις Ἰωάννη. Καὶ θὰ δοκιμάσεις μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Πολλοὶ θὰ χαροῦν γιὰ τὴ γέννησή του, γιατὶ θὰ εἶναι μεγάλος καὶ περιφανὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ λάβει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Θείας Χάριτος καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἀκόμη θὰ κυοφορεῖται στὴν κοιλία τῆς μητέρας του Ἐλισάβετ. Καὶ μὲ τὸ κήρυγμά του θὰ ἐπιστρέψουν πολλοὶ Ἰσραηλῖτες στὴ γνώση τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου αὐτῶν».
Ἀκούγοντας ἔκπληκτος ὁ Ζαχαρίας τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, κατεπλάγη καὶ τὸν ἐρώτησε γεμάτος ἀπορία: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει αὐτό; Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ τὸ γνωρίσω καὶ θὰ τὸ πιστέψω, ὅταν εἶμαι γέροντας στὴν ἡλικία καὶ ἡ γυναίκα μου ὑπέργηρη καὶ στείρα;». Τότε ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παρουσιάζομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς νὰ σοῦ φέρω αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη ἀγγελία. Καὶ ἰδού, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστεψες στὰ λόγια μου, θὰ μείνεις ἄλαλος μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅσα σοῦ προανήγγειλα, δηλαδὴ μέχρι νὰ γεννηθεῖ ὁ Ἰωάννης».
Πράγματι ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ζαχαρίας ἔμεινε βουβὸς καὶ ἄλαλος, ἕως ὅτου ἡ Ἐλισάβετ ἔτεκε τὸν Πρόδρομο.
Τὴν ὄγδοη ἡμέρα οἱ συγγενεῖς ἦλθαν γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴν περιτομὴ τοῦ παιδιοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. Ἀλλὰ ἡ Ἐλισάβετ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ὀνομαστεῖ Ἰωάννης. Στὴν ἀπορία τους, πῶς θὰ λάβει τὸ ὄνομα αὐτό, ἐπειδὴ κανένας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς δὲν εἶχε τὸ ὄνομα αὐτό, ὁ Ζαχαρίας ἐζήτησε μία μικρὴ πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔγραψε τὰ ἀκόλουθα: «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του». Καὶ ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Ὁ Ζαχαρίας δὲ ἄνοιξε ἀμέσως τὸ στόμα του καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Ὁ δὲ Ἰωάννης καθημερινὰ ἀναδεικνυόταν ὡς ἔμψυχο ὄργανο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πλήρης τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήλη κάθε ἀρετῆς καὶ εὐσέβειας.
Κατὰ τοὺς τελευταίους βυζαντινοὺς χρόνους, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Προδρόμου τῆς Πέτρας, μὲ τὴν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορος.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τ[πης παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαί σε, οὐκ εὐποροῦμεν ἡμεῖς, οἱ πόθῳ τιμῶντές σε· στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυνται τῇ ἐνδόξῳ, καὶ σεπτῇ σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμῳ κηρύττεται.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στεῖρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας· ὃνπερ γὰρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης κῆρυξ, ὁμοῦ καὶ Πρόδρομος.

Μεγαλυνάριον.
Ἄνθος τὸ θεόσδοτον ἐκφυέν, σήμερον ἐκ στείρας, εὐωδίας ἁγιασμοῦ, ἔπλησε τὰ πάντα, τὴν ἔρημον τὰ ὄρη, τῶν ποταμῶν τὰ ῥεῖθρα, Χριστοῦ ὁ Πρόδρομος.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Νέων ιερομαρτύρων και των συν αυτοίς εν Κρήτη Μαρτυρησάντων εν Έτει 1821 23 Ιουνίου

Οι Ιεράρχες της Εκκλησίας Κρήτης πάντοτε ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς με διαρκή επαγρύπνηση διατήρησαν άσβεστη της φλόγα της πίστεως και διέσωσαν με σκληρούς αγώνες και θυσίες τα ιερά και τα όσια της θρησκείας και της πατρίδας.

Γι αυτό οι αλλόθρησκοι κατακτητές ζητούσαν αφορμή να ξεσπάσουν εναντίον των. Όταν ο κρητικός λαός επαναστατούσε ζητώντας την ελευθερία του οι Τούρκοι θεωρούσαν πρωταίτιους τους Επισκόπους τους οποίους βασάνισαν όπως τον επίσκοπο Κυδωνίας Καλλίνικο, ή διαπόμπευσαν όπως τον επίσκοπο Κισάμου Μελχισεδέκ, ή απαγχόνισαν όπως τον επίσκοπο Ρεθύμνης Γεράσιμο, ή εφόνευσαν όπως τον Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο και τους επισκόπους Κνωσού Νεόφυτο, Χερρονήσου Ιωακείμ, Σητείας Ζαχαρία, Διοπόλεως Καλλίνικο όταν συνεδρίαζαν στον παλαιό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά (23 Ιουνίου 1821), ως επίσης τον επίσκοπο Λάμπης Ιερόθεο και τον επίσκοπο Πέτρας Ιωακείμ, μαζί με πλήθος ιερέων, διακόνων, μοναχών και λαϊκών.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, ἔχων πρόκριτον, δεδοξασμένον, τόν τῆς Κρήτης ποιμένα Γεράσιμον ὁμονοοῦντες γάρ πίστει ἠθλήσατε, καί τῶν τυράννων τό θράσος ἐλύσατε. Ὅθεν πάντοτε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύετε, δωρίσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Παρακλητικός Κανόνας Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Εὐσεβίου, Ἐπισκόπου Σαμοσάτων.

Ἦχος πλ. δ'
Τὶ ὑμᾶς καλέσωμεν
Τὶ σε ὀνομάσωμεν ἔνδοξε; Ἱεράρχην ἀληθῆ, καὶ ἱερὸν δογματιστήν, ὀρθοδόξων στηριγμόν, καὶ Ἐκκλησίας ὀφθαλμόν, φωστῆρα, νοητὸν φῶς ἀπαστράπτοντα, Μαρτύρων, εὐκληρίᾳ διαπρέποντα, τῆς ἀληθείας ὑπέρμαχον, μέγαν τοῦ ψεύδους κατήγορον, ἱκέτευε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τὶ σε Ἱεράρχα προσφθέγξωμαι; ποταμὸν τῆς νοητῆς, ἐκπορευόμενον Ἐδέμ, καταρδεύοντα τὴν γῆν, ἐπιρροαῖς πνευματικαῖς, κρατῆρα, θείου νάματος πληρούμενον, Ἀρείου, τοὺς ὁμόφρονας βυθίζοντα, στῦλον πυρὸς προηγούμενον, νέου λαοῦ θείᾳ χάριτι, ἱκέτευε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Τὶ σε ὀνομάσω Εὐσέβιε; εὐσεβείας ποριστήν, καὶ ἀσεβείας μειωτήν, ἀθλοφόρων καλλονήν, καὶ Ἱερέων χαρμονήν, δρεπάνην, τὰ ζιζάνια ἐκτέμνουσαν, τὸν σῖτον, τόν οὐράνιον συνάγουσαν· πηγὴν θαυμάτων ἀέναον, νόσων ἐξαίρουσαν καύσωνα, ἱκέτευε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Δόξα... Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Τίνι ὡμοιώθης ταλαίπωρε, πρὸς μετάνοιαν οὐδόλως, ἀνανεύουσα ψυχή, καὶ τὸ πῦρ μὴ δειλιῶσα, τῶν κακῶν ἐπιμονῇ; Ἀνάστα, καὶ τὴν μόνην πρὸς ἀντίληψιν, ταχεῖαν, ἐπικάλεσαι καὶ βοήθησον. Τὸν σὸν Υἱὸν καὶ Θεὸν ἡμῶν, μὴ διαλίπῃς πρεσβεύουσα, ῥυσθῆναί με, τῶν παγίδων τοῦ ἀλάστορος.
Ἢ Σταυροθεοτοκίον
Ἄρνα ἡ ἀμνὰς ὡς ἑώρακεν, ἐπὶ ξύλου ἡπλωμένον, ἑκουσίως σταυρικοῦ, ἀνεβόα μητρικῶς, ὀδυρομένη ἐν κλαυθμῷ· Υἱέ μου, τὶ τὸ ξένον τοῦτο θέαμα, ὁ πᾶσι, τήν ζωὴν νέμων ὡς Κύριος. πῶς θανατοῦσαι μακρόθυμε, βροτοῖς παρέχων ἀνάστασιν· Δοξάζω σου, τὴν πολλὴν Θεέ μου συγκατάβασιν.

N ΨΑΛΜΟΣ

Ωδὴ α'
Ἦχος πλ. δ' Ἡ κεκομμένη
Τῷ ἀκροτάτῳ φωτὶ ἐλλαμπόμενος, καὶ Ἱερέων χοροῖς, μάκαρ συνταττόμενος, καὶ ταῖς μαρτυρικαῖς εὐκλείαις ἐγκοσμούμενος, τοὺς πίστει ἑορτάζοντας τὴν σήν, Εὐσέβιε μακάριε, μνήμην περιφύλαττε, Χριστὸν ἐξιλεούμενος.

Ἤδη τῷ πόθῳ Χριστοῦ πυρπολούμενος, ἀπὸ νεότητος σήν, σάρκα καθυπέταξας, παμμάκαρ τῆς ψυχῆς ταῖς ἱεραῖς δυνάμεσι, καὶ σκεῦος ἱερὸν ἀποδειχθείς, λαὸν ἐν ὁσιότητι, Ὅσιε ἐποίμανας, χρισθεὶς μύρῳ τῆς χάριτος.

Σὲ ποιμενάρχην τὸ Πνεῦμα προβάλλεται, αἱρετιζόντων ἀχλύν, λόγοις σελασφόροις σου, σκεδάζοντα σοφέ, καὶ προφανῶς δεικνύοντα, τὴν τρίβον τὴν ὀρθήν, τοῖς ἐν αὐτῇ ὁσίως ἐπιβαίνουσι, μέγιστε Εὐσέβιε, φωστὴρ τῶν καρδιῶν ἡμῶν.
Θεοτοκίον
Εὐλογημένη Θεὸν ἡ κυήσασα, τοὺς εὐλογοῦντάς σε νῦν , Ἄχραντε εὐλόγησον, καὶ πρὸς τὰς ἀγαθὰς εἰσόδους χειραγώγησον, καὶ ἔμπλησον ἐνθέων ἀρετῶν, καὶ ψάλλειν ἐνδυνάμωσον, τῷ Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.

Ωδὴ γ'
Τὸν φόβον σου Κύριε
Ὑπήρξας πρᾶος καὶ ἀνεξίκακος, ταπεινόφρων καὶ μέτριος, καὶ ἀγάπης θείας ἔμπλεως, Μαρτύρων ἐπὶ τέλει, κοσμηθεὶς στεφάνῳ.

Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος Εὐσέβιε, ἱερώτατε λαμπόμενος, εἰς τὰ Ἅγια ἀνέδραμες, φαιδρῶς τὰ τῶν Ἁγίων, δόξῃ ἐστεμμένος.

Ἐλέγχων Ἀρείου τοὺς ὁμόφρονας, διωγμοὺς Μάκαρ ὑπήνεγκας, βιαιότατόν τε θάνατον· διὸ τῆς ἀθανάτου δόξης ἠξιώθης.
Θεοτοκίον
Βουλήσει Πατρὸς τὸν Λόγον τέτοκας, ἐπελεύσει Πνεύματος, Παναγία Μητροπάρθενε, Ἀρχιερέων δόξα· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν.

Κάθισμα Ἦχος δ'

Ταχὺ προκατάλαβε
Φαιδρύνας τὸν βίον σου, τῶν ἀρετῶν καλλοναῖς, Ποιμὴν ἀνηγόρευσαι, καὶ Ἱεράρχης σεπτός, παμμάκαρ Εὐσέβιε, αἵματι δὲ Μαρτύρων, σεαυτὸν ὡραΐσας, ἄνω πρὸς τάς ἀΰλους, μετετέθης χορείας, μεθ' ὧν ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Χριστὸν Πάτερ ἱκέτευε.
Θεοτοκίον
Ἐλπὶς ἀκαταίσχυντε, τῶν πεποιθότων εἰς σέ, ἡ μόνη κυήσασα, ὑπερφυῶς ἐν σαρκί, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τοῦτον σὺν τοὶς Ἁγίοις, Ἀποστόλοις δυσώπει, δοῦναι τῇ οἰκουμένῃ, ἱλασμὸν καὶ εἰρήνην, καὶ πᾶσιν ἡμῖν πρὸ τέλους, βίου διόρθωσιν.
Ἢ Σταυροθεοτοκίον
Παρθένε πανάμωμε, μῆτερ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ῥομφαία διῆλθέ σου, τὴν παναγίαν ψυχήν, ἡνίκα σταυρούμενον, ἔβλεψας ἑκουσίως, τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν σου, ὅνπερ εὐλογημένη, δυσωποῦσα μὴ παύσῃ, συγχώρησιν πταισμάτων, ἡμῖν δωρήσασθαι.

Ωδὴ δ'
Ἐξ ὄρους κατασκίου
Ἔστησας σοφέ, τῆς πλάνης σηπεδόνα, ἅλατι τῶν σῶν, νοστίμων διδαγμάτων, καὶ τοὺς νοσοῦντας αἱρέσει κακοπιστίας, μάκαρ ὑγείωσας Εὐσέβιε.

Ἴθυνας λαόν, πρὸς ὅρμον σωτηρίας Ἀρειανικήν, βυθίσας ἀπιστίαν, τῇ τῶν αἱμάτων πλημμύρᾳ, Ποιμὴν καὶ Μάρτυς, Ἀρχιερέων ἐγκαλλώπισμα.

Ἄστρον φαεινόν, ἀνέτειλας ἐν κόσμῳ, φέγγει ἱερῶν, δογμάτων καταυγάζων, τὰς διανοίας Παμμάκαρ τῶν ὀρθοδόξων· ὅθεν πιστῶς σε μακαρίζομεν.
Θεοτοκίον
Στόματι Ἁγνή, καὶ γλώσσῃ καὶ καρδίᾳ, καθομολογῶ, τοῦ Κτίστου σε Μητέρα, καὶ δυσωπῶ σε· Καταύγασον τὴν ψυχήν μου, ἐσκοτισμένην πλημμελήμασιν.

Ωδὴ ε'
Ὁ ἐκ νυκτὸς ἀγνοίας
Ταῖς διδαχαῖς σου Μάκαρ, τῶν ὀρθοδόξων στηρίζων τὸ φρόνημα, ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας, τὰς ὑπερορίας ὑπήνεγκας.

Ὀρθοδοξίας στήλην, καὶ ἰαμάτων πηγὴν σε γινώσκομεν, πάνσοφε Ἱεράρχα, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἑδραίωμα.
Νομοθεσίαις θείαις, τοὺς ἀνομοῦντας στηρίζων ἐν χάριτι, ὑπὸ χειρὸς ἀνόμου, ἄδικον ὑπέμεινας θάνατον.
Θεοτοκίον
Φωτιστικὴ λυχνία, Θεοκυῆτορ τὸ θεῖον λαμπάδιον, φέρουσα ἐγνωρίσθης, πάντα καταυγάζον τὰ πέρατα.

Ωδὴ ς'
Τὴν δέησιν, ἐκχεῶ
Ἐκήρυξας, ὁμοούσιον Λόγον, καὶ συνάναρχον Πατρὶ τὸν Σωτῆρα, τῆς βδελυρᾶς, τοῦ Ἀρείου μανίας, ἐξαφανίσας τὸ μάταιον φρόνημα, Εὐσέβιε των εὐσεβῶν, ἀρραγές καὶ στερρὸν περιτείχισμα.

Ῥαντίσματι, τῶν σεπτῶν σου αἱμάτων, πορφυρίδα σεαυτῷ ἐπιχρώσας, βασιλικήν, προσεχώρησας Πάτερ, μέτ' εὐφροσύνης εἰς θεῖα βασίλεια, παρίστασθαι τῷ βασιλεῖ, τῶν αἰώνων παμμάκαρ Εὐσέβιε.

Ὡς ῥόδον, ὡς εὐωδέστατον κρίνον, ὡς Παράδεισος Θεοῦ ἀνεδείχθης, μέσον ζωῆς, κεκτημένος τὸ ξύλον, τὸν φυτουργὸν τῶν ἁπάντων καὶ Κύριον, Εὐσέβιε καὶ νῦν ἡμᾶς, εὐωδίας πληροῖς θείου Πνεύματος.
Θεοτοκίον
Νοήσαντες, θεηγόροι Προφῆται, μυστηρίου σου τὸ ἄπειρον βάθος, τοῦτο σαφῶς, προεδήλωσαν Κόρη, δι' αἰνιγμάτων καὶ θείων προρρήσεων· τὸν Λόγον γὰρ τὸν τοῦ Πατρός, ὑπὲρ λόγον Ἁγνὴ ἐσωμάτωσας.

Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, καί ὡσεί κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνω πληθυνθήσεται.
Στίχος. Πεφυτευμένος ἐν τῷ Οἴκω Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἠμῶν ἑξανθήσουσιν.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην (Κέφ. ἴε΄ Ι7-ἶς 2).
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς. Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμίν, ἴνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὅ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμέ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε ὁ κόσμος ἄν τό ἴδιον ἐφίλει• ὅτι δέ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἄλλ΄ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διά τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. Μνημονεύετε τοῦ λόγου, οὗ ἐγώ εἶπον ὑμίν.
Οὐκ ἐστί δοῦλος μείζων του κυρίου αὐτοῦ. Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν εἰ τόν λόγον μου ἐτήρησαν, καί τόν ὑμέτερον τηρήσουσιν. ΄λλά ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμίν διά τό ὄνομά μου, ὅτι οὔχ οἴδασι τόν πέμψαντα μέ. Εἰ μή ἦλθον καί ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον. νῦν δέ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περί τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. Ὁ ἐμέ μισῶν καί τόν Πατέρα μου μισεῖ. Εἰ τά ἔργα μή ἐποίησα ἐν αὐτοῖς, ἅ οὐδείς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον νῦν δέ καί ἐωράκασι καί μεμισήκασι καί ἐμέ καί τόν Πατέρα μου. Ἄλλ΄ ἴνα πληρωθῆ, ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμω αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησαν μέ δωρεάν. Ὅταν δέ ἔλθει ὁ Παράκλητος, ὄν ἐγώ πέμψω ὑμίν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ• καί ὑμεῖς δέ μαρτυρεῖτε ὅτι ἄπ΄ ἀρχῆς μέτ΄ ἐμοῦ ἔστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμίν, ἴνα μή σκανδαλισθῆτε. Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς• ἄλλ΄ ἔρχεται ὥρα, ἴνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξη λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῶ.

Δόξα Πατρί ….

Ωδὴ ζ'
Παῖδες Ἑβραίων
Ὕμνοις σχολάζων Ἱεράρχα, καὶ δεήσεσιν, ἐκοίμισας τὰ πάθη, καὶ ἡμῶν τῶν Πιστῶν, ἄγρυπνος ὤφθης φύλαξ, τῶν εὐσεβῶς ὑμνούντων σε, καὶ τελούντων σου τὴν μνήμην.

Μάρτυς δειχθεὶς καί, Ἱεράρχης, τὰ οὐράνια, ἐνθέως ἐκληρώσω, καὶ τῷ θρόνῳ βοῶν παρίστασαι τοῦ Κτίστου· Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, ὁ Θεὸς εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ὄρθρος ἀνέτειλας κηρύττων, τὸν ἐκλάμψαντα Πατρὸς πρὸ ἑωσφόρου, Ἰησοῦν τὸν Χριστόν, φωστὴρ τῆς Ἐκκλησίας, Ἱεραρχῶν ἀγλάϊσμα, ἀθλοφόρων ὡραιότης.
Θεοτοκίον
Νόμους τῆς φύσεως Παρθένε, τῇ κυήσει σου, καινίζεις παραδόξως, καὶ φθαρέντας ἡμᾶς, κακίστῃ παραβάσει, ἀναχωνεύεις· ὅθεν σε, κατὰ χρέος εὐφημοῦμεν.

Ωδὴ η'
Οἱ θεορρήμονες Παῖδες
Σὺν Ἱεράρχαις καὶ Μάρτυσι δυσώπει, ὡς Ἱεράρχης καὶ Μάρτυς Ἱεροκήρυξ Εὐσέβιε, τὸν Σωτῆρα τῶν ὅλων, εὑρεῖν ἡμᾶς ἔλεος.

Ἐν ἀγαθῇ συνειδήσει διαπρέπων, καὶ βακτηρίᾳ τῶν λόγων, τὸ Ἱερὸν νέμων ποίμνιον, τῆς αἱρέσεως θῆρας, Παμμάκαρ ἀπήλασας.

Βεβαρυμμένους τῇ μέθῃ τῆς ἀπάτης, τοὺς αἱρετίζοντας μάτην, σὺ διελέγχων Εὐσέβιε, ὑπ' αὐτῶν ἀνῃρέθης, ἀθλήσας στερρότατα.
Θεοτοκίον
Ὡς ἀνωτέρα τῶν θείων ὑψωμάτων ὕψιστον ἔτεκες Λόγον, τὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἀνυψώσαντα, τὴν πεσοῦσαν οὐσίαν ἀνθρώπων Πανύμνητε.

Ωδὴ θ'
Κυρίως Θεοτόκον
Ἰδεῖν κατηξιώθης, Πάτερ τὰ μακρόθεν, τῇ ἱερᾷ σου ψυχῇ ἐλπιζόμενα, καὶ πρὸς ἀνέσπερον φέγγος, χαίρων ἐσκήνωσας.

Ὡραῖος ἀπεφάνθης, ταῖς θεηγορίαις, καὶ ἀγαθαῖς ἐργασίαις Εὐσέβιε, καὶ ταῖς παντίμοις τῶν ἄθλων, μάκαρ λαμπρότησι.

Στησώμεθα χορείαν, ἐν ἀγγαλλιάσει, τὸν ἱερὸν εὐφημοῦντες Εὐσέβιον, τῆς εὐσεβείας τῷ κάλλει ἀγλαϊζόμενον.

Ἡ θήκη σου μυρίζει, χάριν ἰαμάτων, ἡ δὲ ἁγία σου μνήμη Εὐσέβιε, καταφωτίζει τὸν Κόσμον, ὡς μέγας ἥλιος.
Θεοτοκίον
Φιλάγαθε Παρθένε, τὴν κεκακωμένην, τῇ ἁμαρτίᾳ ψυχήν μου ἀγάθυνον, ἡ τὸν πανάγαθον Λόγον, σαρκὶ κυήσασα.

Αξιον Εστί ως αληθώς..
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις της Τριάδος μυσταγωγέ, και των Σαμοσάτων, ποιμενάρχα και οδηγέ. Χαίροις ο του Λόγου, πιών μετ’ ευφροσύνης, ποτήριον το θείον, μάκαρ Ευσέβιε.
Πασαι των Αγγέλων…

Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Σοφίας του Πνεύματος, καταυγασθείς τω φωτί, τον λόγον ετράνωσας, της ευσεβείας ημίν, Ευσέβιε ένδοξε’ συ γαρ ιεραρχήσας, ευσεβώς τη Τριάδι, ήθλησας θεοφρόνως, και την πλάνην καθείλες. Και νυν Πάτερ δυσώπησον, σώζεσθαι άπαντας.

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.
Της ευσεβείας κατασπείρας τα διδάγματα, τα του Αρείου εναπέτεμες ζιζάνια, και Μαρτύρων τω στεφάνω κατεκοσμήθης’ Τον γαρ Λόγον συν Πατρί τε και τω Πνεύματι,Ομοούσιον και σύνθρονον εκήρυξας.Όθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Ευσέβιε.

Δι ευχών..

Ὁ Ἅγιος Εὐσέβιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σαμοσάτων

Ημ. Εορτής: 22 Ιουνίου

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐσέβιος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῶν Σαμοσάτων στὴν Κομμαγηνὴ τῆς Συρίας. Διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνές του κατὰ τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν καὶ ἐξορίσθηκε γιὰ τὰ ὀρθόδοξα φρονήματά του ἀπὸ τὸν ἀρειανίζοντα αὐτοκράτορα Οὐάλεντα στὶς παρὰ τὸ Δούναβη χῶρες. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Οὐάλεντος (378 μ.Χ.) ἐπανῆλθε στὴν Ἐπισκοπή του καὶ ἐξακολούθησε τὸν ἀγώνα του γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἀφοῦ ἐχειροτόνησε πολλοὺς Ἐπισκόπους πρὸς καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Μάρη, Ἐπίσκοπο τῆς ἀρειανίζουσας πόλεως Δολιχῆς, ἐφονεύθηκε διὰ κεράμου ποὺ ἔρριψε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του αἱρετικὴ γυναίκα.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφίας τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεὶς τῷ φωτί, τὸν λόγον ἐτράνωσας, τῆς εὐσεβείας ἡμῖν, Εὐσέβιε ἔνδοξε· σὺ γὰρ ἱεραρχήσας, εὐσεβῶς τῇ Τριάδι, ἤθλησας θεοφρόνως, καὶ τὴν πλάνην καθεῖλες. Καὶ νῦν Πάτερ δυσώπησον, σώζεσθαι ἅπαντας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς εὐσεβείας κατασπείρας τὰ διδάγματα,
Τὰ τοῦ Ἀρείου ἐναπέτεμες ζιζάνια
Καὶ Μαρτύρων τῷ στεφάνῳ κατεκοσμήθης·
Τὸν γὰρ Λόγον σὺν Πατρί τε καὶ τῷ Πνεύματι
Ὁμοούσιον καὶ σύνθρονον ἐκήρυξας·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Εὐσέβιε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Τριάδος μυσταγωγέ, καὶ τῶν Σαμοσάτων, ποιμενάρχα καὶ ὁδηγέ· χαίροις ὁ τοῦ Λόγου, πιὼν μετ’ εὐφροσύνης, ποτήριον τὸ θεῖον, μάκαρ Εὐσέβιε.

Οἱ Ἅγιοι Ζήνων καὶ Ζηνᾶς οἱ Μάρτυρες

Ημ. Εορτής: 22 Ιουνίου

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ζήνων καὶ Ζηνᾶς κατάγονταν ἀπὸ τὴ Φιλαδέλφεια τῆς Ἀραβίας καὶ ἄθλησαν ἐπὶ τῆς βασιλείας Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Ὁ μὲν Ζήνων ἦταν στρατιώτης, ὁ δὲ Ζηνᾶς δοῦλός του. Ἐπιθυμώντας νὰ ζήσει κατὰ Χριστὸν ζωή, διεμοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὰ ὑπάρχοντά του, ἀπελευθέρωσε τοὺς δούλους του, καί, ἀφοῦ προσῆλθε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος Μαξίμου, τὸν ἔλεγξε γιὰ τὴν ἀπιστία αὐτοῦ. Ὀργισθεῖς ὁ ἡγεμόνας, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἐνέκλεισε στὴ φυλακὴ μὲ τὸν οἰκέτη του Ζηνᾶ. Μετὰ ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια, ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ἀπέκοψαν τὶς κεφαλὲς αὐτῶν.
Ἡ Σύναξις αὐτῶν ἐτελεῖτο «ἐν τῷ μαρτυρείῳ τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τῷ ὄντι ἐν τῷ Κυπαρισσίῳ».

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς ἐξ Ἀναζαρβοῦ Κιλικίας

Ημ. Εορτής: 21 Ιουνίου

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰουλιανὸς ἔζησε κατὰ τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἀνάζαρβα, τῆς δευτέρας ἐπαρχίας τῶν Κιλίκων. Ἦταν υἱὸς κάποιου Ἕλληνα βουλευτοῦ καὶ εἶχε μητέρα Χριστιανή, ἡ ὁποία καὶ τοῦ δίδαξε τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴν ἡλικία τῶν δεκαοκτὼ χρόνων, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος τῆς πόλεως Μαρκιανοῦ. Ἐπειδὴ ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, οἱ δήμιοι ἄνοιξαν μὲ βία τὸ στόμα του καὶ τοῦ ἔριξαν μέσα κρασὶ καὶ κρέας, ποὺ εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὶς θυσίες τῶν εἰδώλων. Στὴν συνέχεια τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ καὶ ὁδήγησαν ἐκεῖ καὶ τὴν μητέρα του. Ἐκείνη παρακάλεσε νὰ μείνει μαζὶ μὲ τὸν υἱό της γιὰ τρεῖς ἡμέρες, γιὰ νὰ ἀποφασίσει μαζί του. Καὶ ἀφοῦ ἔγινε αὐτό, τοὺς ὁδήγησαν πάλι σὲ ἀνάκριση. Ἐκεῖνοι ὅμως ὁμολόγησαν ἐκ νέου τὴν πίστη τους στὴν πατρώα εὐσέβεια. Ὁ ἡγεμόνας τότε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κόψουν στὴ μέση τὶς φτέρνες τῆς μητέρας τοῦ Μάρτυρος καὶ νὰ τὴν ἀφήσουν. Τὸ δὲ Ἅγιο Ἰουλιανό, ἀφοῦ τὸν ἔριξαν σὲ σάκο γεμάτο μὲ δηλητηριώδη ἑρπετὰ καὶ ἄμμο, τὸν πέταξαν στὴν θάλασσα. Τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἐνταφιάσθηκε ἀπὸ κάποια εὐλαβὴ χήρα γυναῖκα.
Ἡ μνήμη του ἐπαναλαμβάνεται στὶς 16 Μαρτίου.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Μητρικαῖς ὑποθήκαις μυσταγωγούμενος, πανευκλεὴς στρατιώτης ὤφθης Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, παντευχίαν μυστικὴν περιζωσάμενος· ὅθεν καθεῖλες τὸν ἐχθρόν, ὠς γενναῖος ἀριστεύς, καὶ ἤθλησας θεοφρόνως, Ἰουλιανὲ θεόφρον, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύων Θεῷ.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Νεανίας ἔκλαμπρος, ὡς ἀληθῶς δεδειγμένος, Ἀθλοφόρος ἔνδοξος, τῆς εὐσεβείας ἐφάνης· πόνων γάρ, τῶν ἐν ἀθλήσει καταφρονήσας, ἔφερες, τὸν ἐν θαλάσσῃ πνιγμὸν ἀνδρείως, Ἰουλιανὲ παμμάκαρ· διὸ πρὸς ὕδωρ ζωῆς ἐσκήνωσας.

Μεγαλυνάριον.
Σώματι ἀκμάζοντι καὶ τερπνῷ, καὶ ψυχῇ ἀρίστῃ, ὑπεδέξω ὡς πίων γῆ, τῆς μητρὸς τοὺς λόγους, καὶ τούτους γεωργήσας, ἀθλητικοὺς προσάγεις, καρποὺς τῷ Κτίστῃ σου.

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ὀλύμπου

Ημ. Εορτής: 20 Ιουνίου

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μεθόδιος, ὁ ὁποῖος ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὑπῆρξε κατ’ ἀρχὰς μὲν Ἐπίσκοπος τοῦ ἐν Λυκίᾳ Ὀλύμπου, ἔπειτα δὲ Ἐπίσκοπος Τύρου (τῆς Φοινίκης), κατ’ ἄλους δὲ Ἐπίσκοπος Φιλίππων τῆς Μακεδονίας. Τὸ ἀναφερόμενο ὅτι διετέλεσε Ἐπίσκοπος Πατάρων εἶναι ἀναληθές, προελθὸν ἐκ τοῦ περὶ Ἀναστάσεως διαλόγου του, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα στὰ Πάταρα. Διαπρεπὴς ἀρχιερεὺς καὶ πλατωνικὸς φιλόσοφος, διακρινόταν γιὰ τὴν ἐμμονή του στὴν πίστη καὶ τὴν παράδοση καὶ κατατάσσεται στοὺς κορυφαίους θεολόγους τῆς ἐποχῆς του, ἀγωνισθεὶς σφοδρῶς κατὰ τοῦ Ὠριγένους καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ. Κατὰ τὸν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν κηρυχθέντα διωγμό, συνελήφθη καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ 311 μ.Χ., στὴ «Χαλκίδα τῆς Ἑλλάδος καὶ οὐχὶ τῆς Συρίας», κατὰ νεώτερες ἐπιστημονικὲς ἔρευνες. Κατ’ ἄλλους, ἀσθενῶν, ἐφονεύθη διὰ μαχαίρας ὑπὸ ὑπηρέτου, τὸν ὁποῖο οἱ Ὠριγενιστὲς εἶχαν δώσει σὲ αὐτόν. Ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης στὸν ἑορταστικὸ Κανόνα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου (Ὠδὴ Γ’, τροπ. 1) ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου γιὰ τὸν Μεθόδιο: «Ἐπιπολάζουσαν ἰδών, τὴν Ὠριγένους ἀπάτην, ὡς ὑπάρχων ἄριστος ποιμήν,  τῷ θείῳ πυρὶ συντόμῳ ἔφλεξας, πᾶσαν ἐκείνου τὴν ἀχλύν, τὴν ἀπαστράπτουσαν αἴγλην, ἅψας τῆς σοφίας σου, θεόληπτε». Γιὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο ἐκφράζεται (Ὠδὴ Α’, τροπ. 3) κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο: «Στέφει τοῦ μαρτυρίου, ἱερωσύνης τε μύρῳ, παμμάκαρ κοσμούμενος, δι’ ἀμφοτέρων ἤστραψας, ὅθεν τῆς ἀληθεστάτης, καὶ θεοειδοῦς κληρουχίας τετύχηκας».
Ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Πατάρων ποὺ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἑορτάζεται τὴν 20η Ἰουνίου, ὅταν τελεῖται «ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Μεθοδίου ἐπισκόπου Πατάρων», πρόκειται δὲ γιὰ τὸν Ἅγιο Μεθόδιο Ὀλύμπου.
Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου ὑπῆρξε πλουσιώτατο, τὸ σπουδαιότερο δὲ ἔργο του, τὸ ὁποῖο ἀναδεικνύει καὶ ἀξιόλογο ποιητή, εἶναι τὸ ἀσκητικοῦ καὶ ἠθικοῦ περιεχομένου «Συμπόσιον τῶν δέκα παρθένων ἢ περὶ ἁγνείας».
Ἄλλα ἔργα εἶναι «Περὶ τοῦ αὐτεξουσίου», «Περὶ ἀναστάσεως» ἢ «Ἀγλαοφῶν». Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἔργα του εἶναι: «Περὶ τῶν γενητῶν», «Ἑρμηνευτικαὶ πραγματεῖαι», «Περὶ βίου», «Ἐκ τῶν κατὰ Πορφυρίου» καὶ ἄλλα.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν μέθοδον, τῆς εὐσεβείας, ἐθησαύρισας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Ἱεράρχης καὶ Μάρτυς Μεθόδιε· σὺ γὰρ σοφίας τὸν πλοῦτον δρεψάμενος, ἀθλητικῶς τὸ σὸν τάλαντον ηὔξησας· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς πυρσὸν κτησάμενος τὴν θείαν γνῶσιν, ἐν ἀθλήσει ἔφανας, μυσταγωγὲ τῶν ὑπὲρ νοῦν, καταφαιδρύνων τοὺς ψάλλοντας· χαίροις ἐκφάντωρ τοῦ Λόγου Μεθόδιε.

Μεγαλυνάριον.
Εὔσημος κιθάρα καὶ μελουργός, θείων διδαγμάτων, ἀνεδείχθης Ἱερουργέ· ὅθεν καὶ τῷ ξίφει, τμηθείς σου τὸν αὐχένα, ἀπέτεμες τὴν πλάνην, Πάτερ Μεθόδιε.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων

Τύπος εορτής: Με βάση το Πάσχα.
Εορτάζει 63 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.

Το Άγιον Όρος παρουσιάζει ιστορία πολύπτυχη, αξιοθαύμαστη και αξιοσέβαστη. Μια από τις ωραιότερες πτυχές του, αναμφίβολα, είναι ο αγιολογικός πλούτος του. Η αθωνική αγιολογία δίκαια αποτελεί τη βασική δόξα και τον μεγαλύτερο έπαινο ενός υπερχιλιόχρονου μοναχισμού.

Οι άγιοι του Αγίου Όρους είναι οι φιλόστοργοι πατέρες των Αγιορειτών. Η αγάπη μας προς αυτούς προέρχεται από χρέος και ευγνωμοσύνη για τις δωρεές τους. Είναι αγάπη τέκνων προς κηδεμόνες, μαθητών προς διδασκάλους. Αυτοί μετέβαλαν την αγριότητα του Όρους σε ημερότητα, τον ακατοίκητο τόπο τον έκαναν κατοικήσιμο, την έρημο τη μετέτρεψαν σε πολιτεία. Έγιναν κτήτορες μονών και σύναξαν πλησίον τους πλήθη μοναχών. Όσο ζούσαν ήταν σύμβουλοι και μετά την τελευτή τους έγιναν πρεσβευτές για όλους. Μοναχοί από διαφόρους τόπους συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο και πήραν ένα όνομα. Ακόλουθοι του πρώτου ησυχαστή Πέτρου, που του είπε η Θεοτόκος τη χαροποιό επαγγελία, περί συνεχούς προστασίας του Όρους. Και έγινε πράγματι η Θεοτόκος μόνιμη σκέπη, φρουρός και ιατρός όχι μόνο των άγιων, αλλά και όλων των μοναχών.

Οι άγιοι του Αγίου Όρους δόθηκαν ολοκληρωτικά στον Θεό. Με πολυχρόνιους σκληρούς αγώνες καθάρισαν τον εαυτό τους και έγιναν δοχεία καθαρά να δεχθούν ουράνια χαρίσματα. Την προς τους αδελφούς τους αγάπη απέδειξαν με το ν’ αφήσουν τη φίλη τους ησυχία και κατόπιν θεοσημειών να πορευθούν προς ίδρυση μονών, σκητών και κελλιών. Με κόπους πολλούς, έξοδα και πειρασμούς έκτισαν οικήματα για να είναι, κατά τον άγιο Νικόδημο, «σχολεία πάσης αρετής, εντολών του Θεού φυλακτήρια, πόνων ασκητικών φροντιστήρια, αγγελικής πολιτείας εργαστήρια, παλαιών και αγίων Κοινοβίων μιμητήρια, των ξένων καταγώγια, των πτωχών καταφύγια, λιμένες σωτηριώδεις και ακύμαντοι».

Από τους αγίους του ονομάσθηκε το όρος του Άθω άγιον. Αυτοί είναι η ωραιότητα του Όρους, το μεγαλείο του και η ακτινοβόλος θερμότητα που αναπαύει τους πιστούς. Άγιον Όρος, κατά τον άγιο Νικόδημο, σημαίνει «τόπος άγιότητος· τόπος καθαρότητος· τόπος όπου επάτησαν τόσων αγίων πόδες. Τόπος, όστις έχει εζυμωμένα τα χώματα από τα αίματα, από τους ιδρώτας, και από τα δάκρυα εκατοντάδων και χιλιάδων οσίων Πατέρων εν ενί λόγω, το Άγιον Όρος είναι τόπος αρετής και αγαθοεργίας».

Οι άγιοι του Αγίου Όρους ανέδειξαν το Όρος και το έκαναν θαυμαστό όπως το Σινά, τα όρη της Παλαιστίνης, το Πηλούσιο, το Γαλήσιο, τον Λάτρο, τον Όλυμπο της Βιθυνίας. Οι άγιοι και οι μαθητές τους στο πέρασμα των αιώνων, ως όσιοι και μάρτυρες, ησυχαστές και κοινοβιάτες, έγκλειστοι και ιεραπόστολοι, αναδείχθηκαν λαμπροί συνεχιστές της γνήσιας Ορθόδοξης μοναχικής παραδόσεως, που τη φύλαξαν όπως γεννήθηκε στα λίκνα του Ανατολικού Μοναχισμού με αγρυπνίες και θυσίες...

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥΣ.

Ο κοινός εορτασμός των αγίων του Αγίου Όρους αρχίζει με τη σύνθεση της ακολουθίας και του εγκωμίου τους από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που είναι και ο τελευταίος συναξαριογράφος... Ο άγιος Νικόδημος ξεκίνησε την εργασία του αυτή «προτροπή και αξιώσει της Ιεράς και κοινής Συνάξεως πάντων των Μοναστηριακών του Αγίου Όρους Πατέρων». Ακολουθία και εγκώμιο τυπώθηκαν στην Ερμούπολη της Σύρου το 1847 μ.Χ., «διά συνδρομής της Σεβάσμιας ομηγύρεως των εν Άθω Πατέρων», οι οποίοι προεγράφησαν για πεντακόσια περίπου αντίτυπα, και προς «κοινήν των Μοναχών, και πάντων των Ορθοδόξων Λαϊκών Χριστιανών ωφέλειαν». Ο ακριβής χρόνος της συγγραφής δεν είναι γνωστός.

Η πρώτη χρονολογημένη εικόνα της Συνάξεως των Αθωνιτών Πατέρων αγιογραφήθηκε το 1796 μ.Χ. και βρίσκεται στο αντιπροσωπείο της ιεράς μονής Κωνσταμονίτου στις Καρυές. Πιθανώς το 1796 μ.Χ. να γράφτηκε η ακολουθία και μέχρι της εκδόσεως της να κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα, όπως συνηθιζόταν. Περί το 1800 μ.Χ. αγιογραφήθηκε η εικόνα των Αγιορειτών Αγίων, που βρίσκεται στην αίθουσα των Συνάξεων της Ιεράς Κοινότητος, ενώ παλαιότερα βρισκόταν στο τέμπλο του ιερού ναού του Πρωτάτου Καρυών Αγίου Όρους.

Ο άγιος Νικόδημος στο γλαφυρό του εγκώμιο πρός τους οσίους αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στην «καινή και κοινή μνήμη πάντων των του Όρους άγιων Πατέρων».

Γιατί «κοινοί προστάται και ευεργέται όλου κοινώς του αγίου Όρους» φάνηκαν. Αυτοί οι οποίοι «έγιναν εις ημάς μυρίων αγαθών πρόξενοι» άξιο είναι να εορτάζονται μαζί. Παλαιά συνήθεια της Εκκλησιάς ο κοινός εορτασμός αγίων, όπως των «εν Σινά και Ραϊθω αναίρεθέντων Οσίων», των «εν τω Σαββάτω της Τυρινης Οσίων Πατέρων», των «εν τη Λιβύη και Αιγύπτω και Θηβαΐδι ασκησάντων» και άλλων πολλών αγίων εόρτιες συνάξεις κατά χώρες, τόπους και μονές. Συνεχίζοντας ο άγιος Νικόδημος γράφει πως, με την κοινή πανήγυρη των Αγιορειτών Οσίων, «όσοι Πατέρες του Όρους, είτε από τους ονομαστούς, είτε από τους ανωνύμους, έμειναν έως τώρα ανεγκωμίαστοι, διότι δεν έχουσιν ιδίαν ασματικήν ακολουθίαν, διά της κοινής ταύτης ακολουθίας και εορτής, και αυτοί» καθίσταται δυνατόν πλέον να «τιμώνται και εορτάζωνται». Ακόμη «ίνα μη ως αχάριστα τέκνα φανώμεν, μη τιμήσαντες κοινώς τους πνευματικούς ημών Πατέρας τούτους και διδασκάλους και ευεργέτας και οδηγούς, των οποίων και τα Μοναστήρια κατοικούμεν, και τας διδασκαλίας εντρυφώμεν, και τον άρτον αυτών τρώγομεν». Και ακόμη «ίνα η κοινή αύτη των αγίων Πατέρων εορτή, γένηται παρακίνησις προς μίμησιν της αρετής, και του ζήλου αυτών εις ημάς τους μοναχούς του νυν καιρού».

Η πλήρης ασματική ακολουθία των οσίων είναι γραμμένη με όλη τη χάρη και την αγάπη του θείου Νικόδημου. Ο μεγάλος του σεβασμός προς τους τιμωμένους αγίους τον κάνει εκστατικό, θαυμαστό και εμπνευσμένο συνθέτη. Στους κανόνες του Όρθρου αναφέρονται ονομαστικά οι άγιοι, αλλά λείπουν αρκετά ονόματα. Οι κόποι του αγίου Νικόδημου και το σκύψιμο του στις αρχαίες του Όρους βιβλιοθήκες δεν του έδωσαν όλα τα ακριβά μυστικά τους. Προσπάθεια συμπληρώσεως της ακολουθίας έκανε ο σύγχρονος και ήδη μακαριστός υμνογράφος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, αλλά και από εδώ απουσιάζουν ονόματα αγίων, που η έρευνα στις ημέρες μας έφερε στο φως.

Η ακολουθία των οσίων ψάλλεται πανηγυρικά, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, τη Δεύτερη Κυριακή του Ματθαίου, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, σε όλες τις αγιορείτικες μονές και σκήτες και ιδιαίτερα στους προς τιμή των οσίων ναούς και το Πρωτάτο...

Η τιμή των Αγιορειτών Οσίων, παρότι επικεντρώνεται στον τόπο που έζησαν, δεν άργησε να λάβει και ευρύτερες διαστάσεις. Έτσι τιμώνται κι εορτάζονται στις γενέτειρες τους και στις περιοχές που έδρασαν ή που κατέχουν εικόνες και τίμια λείψανα τους...

(Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, Εκδ. Μυγδονία 2008, σ. 25-26,115-119 αποσπάσματα).


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς τοῦ Ἄθω πατέρας καὶ ἀγγέλους ἐν σώματι, Ὁμολογητὰς καὶ Ὁσίους, Ἱεράρχας καὶ Μάρτυρας, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις καὶ ᾡδαῖς, μιμούμενοι αὐτῶν τὰς ἀρετάς, ἡ τοῦ Ὄρους πληθὺς πᾶσα τῶν Μοναστῶν, κραυγάζοντες ὁμοφώνως· δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐν κινδύνοις ἡμῶν προστάτας δείξαντι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθείς.
Τοὺς οὐρανώσαντας τὸ Ὄρος Πατέρας, καὶ ὑποδείξαντας ἐν τούτῳ τὸν βίον, Ἀγγέλων πολιτεύεσθαι, καὶ πλήθη μοναχῶν, ἐν αὐτῷ συνάξαντας, ἀνευφημήσωμεν πάντες, πρὸς αὐτοὺς κραυγάζοντες· ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, καὶ ἐπηρείας ῥύσασθε ἡμᾶς, πληθὺς Ὁσίων τοῦ Ἄθω τὸ καύχημα.

Πηγή http://www.saint.gr/index.aspx