Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Γ’ Χαιρετισμοί


Ἀκάθιστος Ὕμνος – Γ’ Στάσις
Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία


Ημ. Εορτής: 1 Απριλίου

Τὸν Βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων († 11 Μαρτίου), ὁ ὁποῖος συνέγραψε διάφορα ἀσκητικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸ  πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.
Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της πέρασε στὴν Αἴγυπτο μία ζωὴ ἀσωτίας, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μικρὴ αὐτὴ ἡλικία διέφθειρε τὴν παρθενία της καὶ εἶχε ἀσυγκράτητο καὶ ἀχόρταγο τὸ πάθος τῆς σαρκικῆς μείξεως. Ζώντας αὐτὴν τὴν ζωὴ δὲν εἰσέπραττε χρήματα, ἀλλὰ ἁπλῶς ἱκανοποιοῦσε τὸ πάθος της. Ἡ ἴδια ἐξαγορεύθηκε στὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ὅτι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεώς τινος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδὴ τὸ ἔργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Καὶ ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε, εἶχε ἀκόρεστη ἐπιθυμία καὶ ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κυλιέται στὸ βόρβορο ποὺ ἦταν ἡ ζωή της καὶ σκεπτόταν ἔτσι ντροπιάζοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Λόγω τῆς ἄσωτης ζωῆς καὶ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας ποὺ εἶχε, κάποια φορὰ ἀκολούθησε τοὺς προσκυνητὲς ποὺ πήγαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει πολλοὺς ἐραστὲς ποὺ θὰ ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος της. Περιγράφει δὲ καὶ ἡ ἴδια ρεαλιστικὰ  καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιβιβάστηκε στὸ πλοιάριο. Καί, ὅπως ἡ ἴδια ἀποκάλυψε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ της δὲν ὑπῆρχε εἶδος ἀσέλγειας ἀπὸ ὅσα λέγονται καὶ δὲν λέγονται, τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινε διδάσκαλος σὲ ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ταξιδιῶτες. Καὶ ἡ ἴδια ἐξέφρασε τὴν ἀπορία της γιὰ τὸ πῶς ἡ θάλασσα ὑπέφερε τὶς ἀσωτίες της καὶ γιατί ἡ γῆ δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα της καὶ δὲν τὴν κατέβασε στὸν ἅδη, ἐπειδὴ εἶχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ δὲν ἀρκέστηκε στὸ ὅτι διέφθειρε τοὺς νέους, ἀλλὰ διέφθειρε καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ τοὺς ξένους ἐπισκέπτες. Καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ πῆγε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, περιφερόταν στοὺς δρόμους «ψυχὰς νέων ἀγρεύουσα».
Αἰσθάνθηκε ὅμως, βαθιὰ μετάνοια ἀπὸ ἕνα θαυματουργικὸ γεγονός. Ἐνῷ εἰσερχόταν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κάποια δύναμη τὴν ἐμπόδισε νὰ προχωρήσει. Στὴν συνέχεια στάθηκε μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔδειξε μεγάλη μετάνοια καὶ ζήτησε τὴν καθοδήγηση καὶ βοήθεια τῆς Παναγίας. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθε ἀνεμπόδιστα αὐτὴ τὴν φορὰ στὸν ἱερὸ ναὸ καὶ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρό. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὴν Παναγία, ἄκουσε φωνὴ ποὺ τὴν προέτρεπε νὰ πορευθεῖ στὴν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Ἀμέσως ζήτησε τὴν συνδρομὴ καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου καὶ πῆρε τὸν δρόμο της πρὸς τὴν ἔρημο, ἀφοῦ προηγουμένως πέρασε ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Βαπτιστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Στὴν ἔρημο ἔζησε σαράντα ἑπτὰ χρόνια, χωρὶς ποτὲ νὰ συναντήσει ἄνθρωπο.
Κατὰ τὰ πρῶτα δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο, πάλεψε πολὺ σκληρὰ γιὰ νὰ νικήσει τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, οὐσιαστικὰ γιὰ νὰ νικήσει τὸν διάβολο ποὺ τὴν πολεμοῦσε μὲ τὶς ἀναμνήσεις τῆς προηγούμενης ζωῆς.
Ἡ Ὁσία ζοῦσε δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταῖς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Εἶχε πολλὲς ἐπιθυμίες φαγητῶν, ποτῶν καὶ «πορνικῶν ᾀσμάτων» καὶ πολλοὺς λογισμοὺς ποὺ τὴν ὠθοῦσαν πρὸς τὴν πορνεία. Ὅμως, ὅταν ἐρχόταν κάποιος λογισμὸς μέσα της, ἔπεφτε στὴν γῆ, τὴν ἔβρεχε μὲ δάκρυα καὶ δὲν σηκωνόταν ἀπὸ τὴ γῆ «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοι ἐδίωξεν». Συνεχῶς προσευχόταν στὴν Παναγία, τὴν ὁποία εἶχε ἐγγυήτρια τῆς ζωῆς τῆς μετανοίας ποὺ ἔκανε. Τὸ ἱμάτιό της σχίσθηκε καὶ καταστράφηκε καὶ ἔκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν ἀπὸ τὸν καύσωνα καὶ ἔτρεμε ἀπὸ τὸν παγετὸ καὶ «ὡς πολλάκις με χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μεῖναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».
Ὕστερα ἀπὸ σκληρὸ ἀγῶνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεχὴ προστασία τῆς Παναγίας, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες, ὁπότε μεταμορφώθηκε τὸ λογιστικὸ καὶ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς της, καθὼς ἐπίσης ἐθεώθηκε καὶ τὸ σῶμα της.
Λόγω τῆς μεγάλης πνευματικῆς της καταστάσεως στὴν ὁποία ἔφθασε ἡ Ὁσία Μαρία, ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα.
Ἦταν γυμνὴ ἀλλὰ τὸ σῶμα της ὑπερέβη τὶς ἀνάγκες τῆς φύσεως. Λέγει ἡ ἴδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Τὸ σῶμα τρεφόταν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ῥήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στὴ περίπτωσή της, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις Ἁγίων, παρατηροῦμε ὅτι ἀναστέλλονται οἱ ἐνέργειες τοῦ σώματος. Αὐτὴ ἡ ἀναστολὴ τῶν σωματικῶν ἐνεργειῶν ὀφειλόταν στὸ ὅτι ἡ ψυχή της δεχόταν τὴν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἡ θεία ἐνέργεια διαπορθμευόταν καὶ στὸ σῶμα της: «Ἀρκεῖν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεῖν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».
Ἐκείνη τὴν περίοδο ἀσκήτευε σὲ ἕνα μοναστήρι ὁ Ἱερομόναχος Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς († 4 Ἀπριλίου), ποὺ ἦταν κεκοσμημένος μὲ ἁγιότητα βίου. Ἔβλεπε θεία ὁράματα, καθὼς τοῦ εἶχε δοθεῖ τὸ χάρισμα τῶν θείων ἐλλάμψεων, λόγω τοῦ ὅτι ζοῦσε μέχρι τὰ πενήντα τρία του χρόνια μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἦταν φημισμένος στὴν περιοχή του. Τότε, ὅμως, εἰσῆλθε μέσα του ἕνας λογισμὸς κάποιας πνευματικῆς ὑπεροψίας, γιὰ τὸ ἂν δηλαδὴ ὑπῆρχε ἄλλος μοναχὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὠφελήσει ἢ νὰ τοῦ διδάξει κάποιο καινούργιο εἶδος ἀσκήσεως. Ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν διδάξει καὶ νὰ τὸν διορθώσει, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα. Καὶ στὴν συνέχεια τοῦ ὑπέδειξε νὰ πορευθεῖ σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό.
Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ὑπάκουσε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς μοναχούς, καὶ διέκρινε ὅτι ἀκτινοβολοῦσαν τὴ Χάρη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ζώντας ἔντονη μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἀκτημοσύνη, μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή.
Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ὑπῆρχε ἕνας κανόνας. Σύμφωνα μὲ αὐτόν, τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν καὶ ἀσπάζονταν μεταξύ τους, καὶ ἔπειτα ἐλάμβαναν ὁ καθένας  τους μερικὲς τροφὲς καὶ ἔφευγαν στὴν ἔρημο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Ἐπέστρεφαν δὲ στὸ μοναστήρι τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ Πάθη, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν ὡς κανόνα νὰ μὴν συναντᾶ κανεὶς τὸν ἄλλο ἀδελφὸ στὴν ἔρημο καὶ νὰ μὴν τὸν ἐρωτᾶ, ὅταν ἐπέστρεφαν, γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀσκήσεως ποὺ ἔκανε τὴν περίοδο αὐτή.
Αὐτὸν τὸν κανόνα ἐφάρμοσε καὶ ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς. Ἀφοῦ ἔλαβε ἐλάχιστες τροφές, βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ πορεύθηκε στὴν ἔρημο, ἔχοντας τὴν ἐπιθυμία νὰ εἰσέλθει ὅσο μποροῦσε πιὸ βαθειὰ σὲ αὐτή, μὲ τὴν ἐλπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ἀσκητὴ ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ φθάσει σὲ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε. Πορευόταν προσευχόμενος καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα. Κοιμόταν δὲ ὅπου εὑρισκόταν.
Εἶχε περπατήσει μία πορεία εἴκοσι ἡμερῶν ὅταν, κάποια στιγμὴ ποὺ κάθισε νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ἔψελνε, εἶδε στὸ βάθος μία σκιὰ ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἀνθρώπινο σῶμα. Στὴν ἀρχὴ θεώρησε ὅτι ἦταν δαιμονικὸ φάντασμα, ἀλλὰ ἔπειτα διαπίστωσε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ ὂν ποὺ ἔβλεπε ἦταν γυμνό, εἶχε μαῦρο σῶμα – τὸ σῶμα αὐτὸ προερχόταν ἀπὸ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες – καὶ εἶχε στὸ κεφάλι του λίγες ἄσπρες τρίχες, ποὺ δὲν ἔφθαναν πιὸ κάτω ἀπὸ τὸν λαιμό. Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἔβλεπε τὴν Ὁσία Μαρία, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν. Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀσκοῦσε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ μάλιστα ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τὴν εἶδε ὅταν ἐκείνη ὕψωσε τὰ μάτια της στὸν οὐρανὸ καὶ ἅπλωσε τὰ χέρια της καὶ «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίζουσα· φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Καὶ σὲ κάποια στιγμή, ἐνῷ ἐκεῖνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».
Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προσπάθησε νὰ πλησιάσει, γιὰ νὰ διαπιστώσει τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, ἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινο ἐκεῖνο ὂν ἀπομακρυνόταν. Ἔτρεχε ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἔτρεχε καὶ ἐκεῖνο. Καὶ ὁ Ἀββᾶς κραύγαζε μὲ δάκρυα πρὸς αὐτὸ ὥστε νὰ σταματήσει, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του. Ἐκεῖνο ὅμως δὲν ἀνταποκρινόταν. Μόλις ἔφθασε ὁ Ἀββᾶς σὲ κάποιο χείμαρρο καὶ ἀπόκαμε, ἐκεῖνο τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἀφοῦ τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στὸν Ἀββᾶ, τοῦ εἴπε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει καὶ νὰ τὸν δεῖ κατὰ πρόσωπο, γιατί εἶναι γυναῖκα γυμνὴ καὶ ἔχει ἀκάλυπτα τὰ μέλη τοῦ σώματός της. Τὸν παρακάλεσε, ἂν θέλει, νὰ τῆς δώσει τὴν εὐχή του καὶ νὰ τῆς ρίξει ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα του, γιὰ νὰ καλύψει τὸ γυμνὸ σῶμα της. Ὁ Ἀββᾶς ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε καὶ τότε ἐκείνη στράφηκε πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἀββᾶς ἀμέσως γονάτισε γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐχή της, ἐνῷ τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ἐκείνη. Καὶ παρέμειναν καὶ οἱ δυὸ γονατιστοὶ «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».
Ἐπειδὴ ὁ Ἀββᾶς ἀναρωτιόταν μήπως ἔβλεπε μπροστά του κάποιο ἄυλο πνεῦμα, ἐκείνη διακρίνοντας τοὺς λογισμούς του, τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή, ποὺ ἔχει περιτειχισθεῖ ἀπὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἶναι χῶμα καὶ στάχτη καὶ ὄχι ἄυλο πνεῦμα.
Ἡ Ὁσία Μαρία κατὰ τὴν συνάντηση αὐτή, ἀφοῦ ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ζωή της, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ νὰ ἔλθει κατὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη τῆς ἑπόμενης χρονιᾶς, σὲ ἕναν ὁρισμένο τόπο στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, κοντὰ σὲ μία κατοικημένη περιοχή, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια μεγάλης μετάνοιας ποὺ μεταμόρφωσε τὴν ὕπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτῳ τῷ ἔρωτι», τοῦ εἶπε, δηλαδὴ εἶχε ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κοινωνήσει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τί ἀκριβῶς συνάντησε, σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ τὸν κανόνα ποὺ ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴν ἱερὰ μονή. Ὅμως, συνεχῶς παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ δεῖ καὶ πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» τὴν ἑπόμενη χρονιὰ καὶ μάλιστα ἦταν στεναχωρημένος γιατί δὲν περνοῦσε ὁ χρόνος, καθὼς ἤθελε ὅλος αὐτὸς ὁ χρόνος νὰ ἦταν μία ἡμέρα.
Τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἀπὸ κάποια ἀρρώστια δὲν μπόρεσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴν ἔρημο, ὅπως ἔκαναν οἱ ἄλλοι πατέρες στὴν ἀρχὴ τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἔτσι παρέμεινε στὸ μοναστήρι. Καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ὅταν εἶχαν ἐπιστρέψει οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς Μονῆς, ἐκεῖνος ἑτοιμάσθηκε νὰ πορευθεῖ στὸν τόπο ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ Ὁσία, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει.
Τὴν Μεγάλη Πέμπτη πῆρε μαζί του σὲ ἕνα μικρὸ ποτήρι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πῆρε μερικὰ σύκα καὶ χουρμάδες καὶ λίγη βρεγμένη φακὴ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ συναντήσει τὴν Ὁσία Μαρία. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκείνη ἀργοποροῦσε νὰ ἔλθει στὸν καθορισμένο τόπο, ὁ Ἀββᾶς προσευχόταν στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα νὰ μὴν τοῦ στερήσει λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴν εὐκαιρία νὰ τὴ δεῖ ἐκ νέου.
Μετὰ τὴν θερμὴ προσευχὴ τὴν εἶδε ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, νὰ πατᾶ πάνω στὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στὴν συνέχεια ἡ Ὁσία τὸν παρακάλεσε νὰ πεῖ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ἀκολούθως ἀσπάσθηκε τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ κοινώνησε τῶν ζωοποιῶν Μυστηρίων. Ἔπειτα ὕψωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανό, ἀναστέναξε μὲ δάκρυα καὶ εἶπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην σου, ὦ Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».
Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὸν παρακάλεσε νὰ ἔλθει καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος στὸ χείμαρρο ποὺ τὴν εἶχε συναντήσει τὴν πρώτη φορά, ζήτησε τὴν προσευχή του. Ὁ Ἀββᾶς ἄγγιξε τὰ πόδια τῆς Ὁσίας, ζήτησε καὶ αὐτὸς τὴν προσευχή της καὶ τὴν ἄφησε νὰ φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμοῦσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Ἐκείνη ἔφυγε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἦλθε, πατώντας δηλαδὴ πάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.
Τὸ ἑπόμενο ἔτος, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν παράκληση τῆς Ὁσίας, ὁ Ἀββᾶς βιαζόταν νὰ φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Ἀφοῦ βάδισε πολλὲς ἡμέρες καὶ ἔφθασε στὸν τόπο ἐκεῖνο, ἔψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» νὰ δεῖ «τὸ γλυκύτατο θήραμα», τὴν Ὁσία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δὲν τὴν ἔβλεπε πουθενά. Τότε ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατανυκτικά: «Δεῖξόν μοι, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῇδε τῇ ἐρήμῳ κατέκρυψας· δεῖξόν μοι, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὗ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἡ Ὁσία Μαρία ἦταν ἄθικτος θησαυρός, ἄγγελος μέσα σὲ σῶμα, ποὺ ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τὸν ἔχει. Καὶ προσευχόμενος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τὰς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολὰς ὁρῶσαν κειμένην τῷ σχήματι». Βρῆκε δὲ καὶ δική της γραφὴ ποὺ ἔλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν  τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τῇ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Τὴν βρῆκε δηλαδὴ νεκρή, κείμενη στὴν γῆ, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ βλέποντας πρὸς τὴν ἀνατολή. Συγχρόνως βρῆκε καὶ γραφὴ ποὺ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν ἐνταφιάσει.
Ἡ Ὁσία κοιμήθηκε τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ κοινώνησε, ἀφοῦ εἶχε διασχίσει σὲ μία ὥρα ἀπόσταση τὴν ὁποία διήνυσε τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς σὲ εἴκοσι ἡμέρες. Γράφει ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν, καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Τὸ σῶμα της εἶχε ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες, εἶχε μεταμορφωθεῖ.
Στὴν συνέχεια ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἀφοῦ ἔκλαψε πολὺ καὶ εἶπε ψαλμοὺς κατάλληλους γιὰ τὴν περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Καὶ μετὰ μὲ μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοῖς δάκρυσι» ἐπιμελήθηκε τὰ τῆς ταφῆς. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ γῆ ἦταν σκληρὴ καὶ ὁ ἴδιος ἦταν προχωρημένης ἡλικίας, γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν σκάψει καὶ βρισκόταν σὲ ἀπορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστῶτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδὴ εἶδε ἕνα λιοντάρι νὰ στέκεται δίπλα στὸ λείψανο τῆς Ὁσίας καὶ νὰ γλείφει τὰ ἴχνη της. Ὁ Ἀββᾶς τρόμαξε, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοῖς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι καλόπιανε τὸν Ἀββᾶ καὶ τὸν παρακινοῦσε καὶ μὲ τὶς κινήσεις του καὶ μὲ τὶς προθέσεις του, νὰ προχωρήσει στὸν ἐνταφιασμό της. Λαμβάνοντας ὁ Ἀββᾶς θάρρος ἀπὸ τὸ ἥμερο τοῦ λιονταριοῦ, τὸ παρακάλεσε νὰ σκάψει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸν λάκκο, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ὁσίας Μαρίας, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀδυνατοῦσε. Τὸ λιοντάρι ὑπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδὴ μὲ τὰ μπροστινά του πόδια ἔσκαψε τὸ λάκκο, ὅσο ἔπρεπε, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκήνωμα τῆς Ὁσίας Μαρίας.
Ὁ ἐνταφιασμὸς τῆς Ὁσίας ἔγινε προσευχομένου τοῦ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ τοῦ λιονταριοῦ «παρεστῶτος». Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἔφυγαν καὶ οἱ δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἡμῶν».
Καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, καταλήγει ὅτι ἔγραψε αὐτὸ τὸ βίο «κατὰ δύναμιν» καὶ «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».
Ὁ βίος τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, δείχνει πῶς μία πόρνη μπορεῖ νὰ γίνει κατὰ Χάριν θεός, πῶς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἄγγελος ἐν σώματι καὶ πῶς ἡ κατὰ Χριστὸν ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ὑπὸ τοῦ διαβόλου προερχόμενη ἀπόγνωση. Στὸ πρόσωπο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾶ τὴν ἡδονὴ καὶ κυνηγᾶ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἱκανοποίησή τους, ἀλλὰ ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐξαγιασθεῖ τόσο πολύ, ὥστε νὰ φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν κυνηγοῦν οἱ Ἅγιοι γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία της καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ τετιμημένο της σῶμα, καθὼς ἐπίσης νὰ τὴ σέβονται καὶ τὰ ἄγρια ζῶα.
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μὲ τὴν μετάνοιά της, τὴν βαθιά της ταπείνωση, τὴν ὑπέρβαση ἐν Χάριτι τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματός της, ἀφ’ ἐνὸς μὲν προσφέρει μία παρηγοριὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ταπεινώνει ἐκείνους ποὺ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ ἀσκητικά τους κατορθώματα. Δὲν ἡμέρωσε μόνο τὰ ἄγρια θηρία ποὺ ὑπῆρχαν μέσα της, δηλαδὴ τὰ ἄλογα πάθη, ἀλλὰ ὑπερέβη ὅλα τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἡμέρωσε ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τῆς κτίσεως.
Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ὁ πλοῦτος τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φυλάσσεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ θεολογία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωῇ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ ὁλοκληρωτικά.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ τὴν Ε’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τῇ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾷ τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ, Μαρία Ὁσία Μῆτερ· μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τοῖς τῶν ἀγώνων σου πόνοις θεόληπτε, τὸ τῆς ἐρήμου τραχὺ καθηγίασας· διό σου τὴν μνήμην δοξάζομεν, ἐν ὑμνῳδίαις Μαρία τιμῶντές σε, Ὁσία Ὁσίων ἀγλάϊσμα.
 
Ἔτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς μετανοίας τὴν λαμπάδα τὴν πολύφωτον
Καὶ ἐγκρατείας τὴν εἰκόνα τὴν θεόγραφον,
Τὴν Μαρίαν ἀνυμνήσωμεν τὴν Ὁσίαν.
Ἐν ἐρήμῳ γὰρ ὡς ἄγγελος ἐβίωσε
Καὶ τὸν τρώσαντα αὐτὴν πρῴην κατῄσχυνε·
Ταύτῃ λέγοντες· χαίροις Μῆτερ ἰσάγγελε.

Μεγαλυνάριον.
Αἴγυπτον φυγοῦσα τὴν τῶν παθῶν, δάκρυσιν ἐκπλύνεις, ἁμαρτίας τὸν μολυσμόν, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ, τοῦ Ἰορδάνου Μῆτερ, ὡς ἄγγελος Μαρία, ὄντως ἠγώνισαι.

Συνοδική Εγκύκλιος της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
ΙΕΡΑ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ
 
Ἀριθμ. Πρωτ. 234                                                                             Ἐν Ἡρακλείῳ, τῇ 29ῃ Μαρτίου 2016
 
Πρός
τούς Αἰδεσιμωτάτους Κληρικούς, τούς Ὁσιωτάτους Μοναχούς
καί τόν εὐσεβῆ Λαό τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης
 
     Ἀγαπητοί ἀδελφοί, παιδιά τῆς Ἐκκλησίας,
    Βρισκόμαστε ἤδη στό μέσον τῆς πορείας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία λιτανεύει τόν Τίμιο Σταυρό, γιά τήν πνευματική ἐνίσχυση τοῦ πιστοῦ λαοῦ Της, ὁ ὁποῖος προσμένει τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἡ προσκύνηση τοῦ Σταυροῦ, κατά τήν πορεία πρός τό Ἅγιο Πάσχα, ὑπενθυμίζει τή Σταυρική Θυσία τοῦ Κυρίου, «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰω. 6,51).
 Ἡ Ὀρθόδοξη ἐμπειρία, τό θεμέλιo τῆς σταυροαναστάσιμης ζωῆς, δέν βρίσκεται στήν ἀνακούφιση συναισθημάτων μίας ἰδεολογικῆς χριστιανικῆς πρόσληψης ἤ ἐντός τῆς διαπάλης τῆς ἀποδεικτικότητας, τῶν ἀπόψεων καί τῶν διαφοροποιήσεων τῶν διαφόρων διδαγματιστῶν, ἀλλά ἐντός τῆς κατά χάριν σχέσης μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί τό συνάνθρωπο.
  Ὁ Τίμιος Σταυρός εἶναι ἀναμφίβολα τό ἱερό σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας πού προϋποθέτει τρόπο ζωῆς ὡραιότητας καί ἐσωτερικῆς σχέσης μέ τόν Πανάγαθο Θεό καί δέν ἀποτελεῖ ἕνα νεκρό διακριτικό σημεῖο μίας ἰδέας κάποιας μερίδος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται χριστιανοί.
  Τίποτα στόν ἐσωτερικό πνευματικό ἀγῶνα, δέν ἀτενίζεται ὡς δήλωση ὁμάδας, κάποιας ἀόριστης μεταφυσικῆς προοπτικῆς. Ἡ ἁγιοπατερική Ὀρθόδοξη Παράδοση καί ζωή, στό βάθος της, ὄχι μόνο κατανοεῖ, ἀλλά ζεῖ μέ τή μετάνοια καί ὁρᾶ κατά χάριν ἐντός τῆς ἁγιάζουσας Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀγάλλεται «εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,14), δηλαδή, «παρά μόνο στό σταυρό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ».
   Τό βίωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, θεωρούμενο ὅπως παραπάνω, δηλαδή μέσῳ τῆς μένουσας κατάστασης τῆς χάριτος καί ὄχι μέσῳ τῆς πρόσκαιρης ἐπικράτησης τῆς μίας ἤ τῆς ἄλλης ἐξωτερικῆς προτίμησης, πού γέννησε τό φρόνημα τοῦ σύγχρονου ἐγωκεντρισμοῦ, δέν διαιρεῖ, ἀλλά ἑνώνει. Ἡ Ἐκκλησία τό ἀντλεῖ ἀπό τό ταμεῖο τῆς χάριτός Tης καί γιά τό λόγο αὐτό δέν δέχθηκε, οὔτε δέχεται τόν μανιχαϊστικό διαχωρισμό ψυχῆς καί σώματος.
    Τό θέμα τῆς σύγχρονης ἀπαξίωσης τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος μέ τήν καύση του, θυμίζει τήν ὑποτίμηση τοῦ σώματος ἀπό αἱρετικές διδασκαλίες παρελθόντων αἰώνων, πού θεωροῦσαν τό σῶμα ὡς «δεσμωτήριο» τῆς ψυχῆς. Ἀντίθετα, ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, σέβεται ὁμοίως τό σῶμα μέ τήν ψυχή, τό ἁγιάζει, τό μυρώνει, τό σαβανώνει, τό μοιρολογεῖ, τό διαβάζει καί τό ἐνταφιάζει, μέ τιμή καί ἱερή ἐξόδια ἀκολουθία, γιά νά ἐπιστρέψει εἰς «γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη» (Γεν. 3,19).
    Ἡ ἐσχατολογική προοπτική πού ἀνοίγεται γιά τόν χριστιανό μέ τή διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου, ὅτι ὅποιος πιστεύει σέ Ἐκεῖνον, «κἄν ἀποθάνη ζήσεται» (Ἰωάν. 11,25), ἐκφράζεται ἐνδεικτικά μέ τήν παράδοση τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ὅπου τά σώματα «καθεύδουν» στόν τάφο καί ἀναμένουν τήν ἀνάσταση, κατά τό πρότυπο τοῦ Ἰδίου, ὁ ὁποῖος σταυρώθηκε, ἐνταφιάσθηκε καί ἀναστήθηκε. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει ὅτι οἱ χῶροι ἐνταφιασμοῦ τῶν κεκοιμημένων ὀνομάζονται «κοιμητήρια», διότι «οἱ τετελευτηκότες καί ἐνταῦθα κείμενοι, οὐ τεθνήκασιν, ἀλλά κοιμῶνται καί καθεύδουσιν» (P.G. 49, 349).
     Ἐπιπροσθέτως, τά Ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα μυροβλύζουν καί εὐωδιάζουν, ἐπιτελοῦν θαύματα καί προμηνύουν τήν Ἀνάσταση (Ἅγ. Συμεών Νέος Θεολόγος), ἁγιάζουν τόν τόπο καί ὅσους βρίσκονται σέ αὐτόν (Μέγας Βασίλειος), κατατίθενται στήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ἱεροῦ Θυσιαστηρίου, στούς Ἱερούς Ναούς, καταδεικνύουν μέ τόν πλέον περίτρανο τρόπο, ὄχι μονάχα τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, μέσῳ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τή σπουδαιότητα τῆς πράξεως τοῦ ἐνταφιασμοῦ στή ζωή της.
    Ἡ Ἁγιογραφική καί Πατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ διαχρονικές καί αἰώνιες ἀξίες της, τό λειτουργικό βίωμα τῶν χριστιανῶν μέ τίς ποιμαντικές προεκτάσεις του, καθώς ἐπίσης καί τά Ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων, καταδεικνύουν τόν σεβασμό τοῦ σώματος καί τήν ἱερότητά του, ὑποδεικνύουν δέ στόν χριστιανό τή στάση πού θά πρέπει νά τηρεῖ γιά τή διαφύλαξή του.
     Ἐπί πλέον, ὁ ἐνταφιασμός τοῦ σώματος, οἱ περιθανάτιες καί μεταθανάτιες φροντίδες τῶν συγγενῶν, οἱ ἐπισκέψεις στό μνῆμα τοῦ προσφιλοῦς τους προσώπου στό Κοιμητήριο, λειτουργοῦν θεραπευτικά πρός τούς πιστούς καί συντελοῦν στήν πνευματική οἰκοδομή τους, καθώς ἀναλογίζονται τό πεπερασμένο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί ἀναστοχάζονται τήν προοπτική τῆς ἐν Χριστῷ Ἀναστάσεως. Ἰδιαιτέρως τά Ἱερά Μνημόσυνα ἐπιτελοῦνται σέ τακτές χρονικές στιγμές πού ἔχουν καθορισθεῖ ἀπό τήν Ἱερά Λειτουργική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν ἀνάπαυση τῶν κεκοιμημένων, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ μνημόνευσή τους στήν Ἱερή Πρόθεση τῆς Ἐκκλησίας, κατά τή Θεία Λειτουργία.
    Ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, μέ ἀφορμή τή γενικώτερη προβληματική πού ἀναφύεται κατά διαστήματα, ὡς πρός τό ζήτημα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, σπεύδει νά ὑπενθυμίσει πρός τό φιλόθεο πλήρωμά της, ὅτι ἡ μακραίωνη Ἐκκλησιαστική Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό λειτουργικό Της βίωμα, καθώς ἐπίσης τά στοιχεῖα πού συνάγονται ἀπό τίς τοπικές παραδόσεις τῆς Μεγαλονήσου, μαρτυροῦν ὑπέρ τοῦ ἐνταφιασμοῦ καί ὄχι ὑπέρ τῆς καύσεως τῶν σωμάτων.
    Μαζί μέ αὐτά ἡ Τοπική μας Ἐκκλησία αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἐπισημάνει πρός κάθε ἄνθρωπο τῆς Μεγαλονήσου, ὅτι σέβεται τίς διάφορες ἐπιλογές, ἀλλά προτρέπει καί γιά τήν ἐπίσκεψη σέ κάποιο Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο, ὅπου ὑπάρχουν καί ἐκτίθενται λάρνακες τῶν ἀρχαίων προπατόρων μας Μινωϊτῶν, οἱ ὁποῖες μαρτυροῦν περίτρανα ὅτι δέν ἔκαιγαν τά σώματα, ἀλλά τά τοποθετοῦσαν μέσα σ᾽ αὐτές μέ τιμές σπονδῶν, φέροντες τά σώματα σέ ἐμβρυακή στάση, γιά νά ἐπιστρέψει τό σῶμα στή γῆ, στήν ἴδια θέση πού ἦλθε ὡς ἔμβρυο στήν κοιλία τῆς μητέρας πού τό γέννησε. Τό ἴδιο καθώριζε καί ὁ Ἀρχαιοελληνικός Πολιτισμός, ὅπου ἡ ταφική φροντίδα καί ἡ ἀπόδοση τιμῆς στά νεκρά σώματα ἦταν πράξη ἱερή. Ὁ Πολιτισμός μας εἶναι πολιτισμός ταφῆς καί ὄχι καύσεως ἤ λήθης τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων.
    Εὐλαβεῖς χριστιανοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
    Μέ τή Συνοδική μας αὐτή Ἐγκύκλιο, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ὑπενθυμίζει στούς Ὀρθόδοξους Κρῆτες ὅτι, τό διαχρονικό λειτουργικό βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μᾶς καλεῖ νά σταυρώσουμε τό θέλημα τοῦ ἐγωϊσμοῦ, μάλιστα σέ καιρούς ποικίλων ἀκαταστασιῶν καί νά τιμήσουμε ἀγόγγυστα τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία παραγγέλλει τόν ἐνταφιασμό καί ὄχι τήν καύση τῶν νεκρῶν.
  Σύμφωνα μέ τή μακραίωνη Ἱερά Παράδοση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τό λειτουργικό της βίωμα, τήν πολιτισμική κληρονομιά τῆς Μεγαλονήσου, προτρέπομε τούς χριστιανούς νά ἀποφεύγουν πράξεις, οἱ ὁποῖες ἀντιστρατεύονται τό σῶμα καί δέν οἰκοδομοῦν (Α΄ Κορ. 10, 23• 6, 12).
  Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει: «οὐδείς γάρ ποτέ τήν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν ἀλλά ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν, καθώς καί ὁ Κύριος τήν ἐκκλησίαν, ὅτι μέλη ἐσμέν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκός αὐτοῦ καί ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (Ἐφ. 5, 29-30), δηλαδή, «κανείς ποτέ δέ μίσησε τή δική του σάρκα, ἀλλά τήν τρέφει καί τήν περιθάλπει καθώς καί ὁ Χριστός τήν ἐκκλησία γιατί εἴμαστε μέλη τοῦ σώματός του ἀπό τή σάρκα αὐτοῦ καί ἀπό τά ὀστᾶ αὐτοῦ».
   Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Κρήτης προτρέπει ὅλα τά παιδιά της νά μένουν πιστά στίς Παραδόσεις της, ἔτσι ὥστε νά δοξάζεται τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, «ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 6, 20), δηλαδή νά δοξάζετε τόν Θεόν «μέ τό σῶμα σας καί μέ τό πνεῦμα σας, τά ὁποῖα εἶναι τοῦ Θεοῦ», καί νά μαρτυροῦμε πάντοτε καί μέ κάθε τρόπο τήν ἱερότητα τοῦ σώματος, πού ἀποτελεῖ ἔμψυχη εἰκόνα καί πλάσμα τοῦ Θεοῦ.
Μέ τίς σκέψεις αὐτές, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν τήν ἔκφραση τῆς πατρικῆς μας ἀγωνίας, ἀλλά καί τήν εὐθύνη μας, ὡς Ποιμένων, καταθέτομε τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας, σᾶς εὐλογοῦμε πατρικά καί σᾶς εὐχόμαστε νά πορεύεσθε στόν ἀγώνα τῆς ζωῆς, μέ θάρρος καί δύναμη, νά σηκώνετε τόν προσωπικό σας σταυρό, ὡς μετοχή στό Σταυρό τοῦ Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση.
   Καλό ὑπόλοιπο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί μέ ὑγεία καί δύναμη Θεοῦ νά ἑορτάσομε τήν Ἁγία Ἀνάσταση!
 
Μέ πατρικές εὐχές καί ἐν Κυρίῳ ἀγάπη
 
† Ὁ Κρήτης Εἰρηναῖος, Πρόεδρος
† Ὁ Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Μακάριος
† Ὁ Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου Εὐγένιος
† Ὁ Κυδωνίας καί Ἀπoκoρώνoυ Δαμασκηνός
† Ὁ Λάμπης, Συβρίτου καί Σφακίων Εἰρηναῖος
† Ὁ Ἱεραπύτνης καί Σητείας Εὐγένιος
† Ὁ Πέτρας καί Χερρονήσου Γεράσιμος
† Ὁ Κισάμου καί Σελίνου Ἀμφιλόχιος
† Ὁ Ἀρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου Ἀνδρέας
  
 
Σημείωσις: Ἡ Ἐγκύκλιος αὐτή νά ἀναγνωσθεῖ στούς Ἱερούς Ναούς κατά τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, 3η Ἀπριλίου 2016.

Ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου κ. Ευγενίου στη Σητεία για το Συνοδικό Σύστημα και την πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας


Με τη συμμετοχή του ιερού Κλήρου και αρκετών πιστών της περιοχής πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης, 30 Μαρτίου, μετά το πέρας της Ακολουθίας του Μεγάλου Αποδείπνου στον Ιερό Ναό Ευαγγελίστριας πόλεως Σητείας η επίκαιρη ομιλία Σεβ. Μητροπολίτου Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγενίου με θέμα: «Το Συνοδικό Σύστημα της Εκκλησίας και η πορεία μας προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Ο Σεβ. Ποιμενάρχης μας με σαφήνεια και λόγο θεολογικό και εύληπτο αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος της ομιλίας του στο Συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας σημειώνοντας ότι το πολίτευμα της Εκκλησίας, που ο Ιερός Χρυστόστομος ονομάζει «σύνοδο ουρανού και γης», δεν έχει επίγειες προσδοκίες, ούτε εγκόσμιους σχηματιμούς, γιατί αυτοί που το αποτελούν, δηλ. οι πιστοί συνδέονται με τον Χριστό και τους αγίους και είναι οικείοι και φίλοι του Θεού. «Ότι δι  αυτού έχομεν την προσαγωγήν οι αμφότεροι εν ενί πνεύματι προς τον Πατέρα. Άρα ουν ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. 2,18-19). Αυτό είναι το πρώτο συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα από τα μέλη που είναι οι φίλοι του Θεού και οι οικείοι Του και οι συμπολίτες των αγίων Του.  Έτσι η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι μία εγκόσμια-ανθρώπινη οργάνωση, αλλά θεανθρώπινος οργανισμός. Είναι το Σώμα του Χριστού με τα μέλη Του, που είναι βαπτισμένοι κι αγιαζόμενοι πιστοί, σύμφωνα με την προς Ρωμαίους Επιστολή του Απ. Παύλου:«Καθάπερ γαρ εν ενί σώματι μέλη πολλά έχομεν, τα δε μέλη πάντα ου την αυτήν έχειν πράξιν, ούτως οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθείς αλλήλων μέλη· έχοντες δε χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα...» (Ρωμ. 12, 4-8). Με τη φράση αυτή δηλώνονται τα διάφορα χαρίσματα, που ιεραρχικά λειτουργούν στον Θεανθρώπινο οργανισμό της Εκκλησίας. Στην προς Κορινθίους Επιστολή του (Α΄  Κορ. 12, 1-31) αναφέρει τις διαιρέσεις των χαρισμάτων αναλυτικά που χορηγεί το ένα και το αυτό άγιον Πνεύμα. Ακόμα αναφέρει τις διαιρέσεις των διακονιών, που τις αναθέτει ο Ίδιος ο Κύριος, όπως και τις διαιρέσεις ενεργημάτων. Στην προς Εφεσίους γράφει καθαρά ότι αυτός ο Κύριος μας έδωσε τους Αποστόλους, τους Προφήτες, τους Ευαγγελιστές, τους ποιμένες και διδασκάλους μαζί με τους αγίους που αποτέλεσαν τον συνοδικό θεσμό και την εκκλησιαστική ιεραρχία στην πρώτη Εκκλησία (Εφεσ. 4,21).
Ο Σεβασμιώτατος σημείωσε ότι όλοι είχαν πνευματικά χαρίσματα και μετείχαν κατά διαφόρους βαθμούς στην άκτιστη Χάρη και ενέργεια του Θεού, στην άκτιστη Εκκλησία Του. Κι όλη αυτή η Ιεραρχία και σύνοδος δόθηκε στους ανθρώπους για να λειτουργούν χαρισματικές καταστάσεις και να αποκτήσουν τον αγιασμό και τη θέωση «προς καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφεσ. 4,12). Έτσι επιτυγχάνεται δια του συνοδικού θεσμού και της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας η πνευματική τελειότητα στο μέτρο της ενηλικίωσης του πληρώματος του Χριστού και αποκτάται η ενότητα της πίστεως και η επίγνωση - γνώση του Θεού. Η ενότητα των Χριστιανών φαίνεται - δηλώνεται από την ενότητα των μελών, από το άξιον Πρεσβυτέριον, δηλ. Κληρικών και λαϊκών, που είναι τόσο στενά συνδεμένοι με τον Επίσκοπό τους, όπως είναι ένα σώμα η κιθάρα με τις χορδές, λέει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Η ένωση αυτή  η ουσιαστική και εσωτερική τους εξασφαλίζει τα χαρίσματα μιας συνεχούς συνοδοιπορίας με τον Χριστό γιατί «Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, Χριστοφόροι, αγιοφόροι, κατά πάντα», όλοι στολισμένοι-κοσμημένοι με τις εντολές του Χριστού. Όλοι έχουν λάβει «την ομοήθειαν του Θεού», τον νουν Χριστού, ώστε όλοι να σέβονται τους διακόνους όπως τον Ιησούν Χριστόν, και τον Επίσκοπον, που είναι τύπος του ουρανίου Πατέρα και στον τόπο του Χριστού, και τους Πρεσβύτερους ως συνέδριον του Θεού και ως σύνδεσμον των Αποστόλων. Αυτός ο αλληλοσεβασμός και η υποταγή αλλήλων προς τους ανωτέρους εξασφαλίζουν την ομόνοια και την προσευχή-αγιασμό μεταξύ τους. Το σχήμα του Αγίου Ιγνατίου είναι Πατήρ, Χριστός, Απόστολοι, και αντιστοίχως, Επίσκοπος, Διάκονοι, Πρεσβύτεροι. Όλοι δε αυτοί οι βαθμοί της Ιερωσύνης, καθώς επίσης και η χριστιανική ιδιότητα των λαϊκών μελών της Εκκλησίας έχουν κοινό σημείο την εκκλησιαστική ζωή, την θεία Κοινωνία κατά τη θεία Ευχαριστία, την προσευχή, την εφαρμογή των εντολών του Χριστού, την ομοήθεια Θεού.
Όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο ο Σεβ. Ποιμενάρχης μας, το συνοδικό σύστημα δεν είναι ένα απλό σύστημα διοίκησης, αλλά γίνεται πολίτευμα, δηλ. τρόπος ζωής,  συνοδικό και ιεραρχικό της Εκκλησίας, με την προοπτική του χαρίσματος και της μεθέξεως της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, που φαίνεται σε όλη τη ζωή της Εκκλησίας. Σε όλες τις εκφράσεις της εκκλησιαστικής ζωής το φανερώνουν αυτό εμφανέστατα και το μαρτυρούν. Στη θεία Λειτουργία εκφράζεται και βιώνεται ο συνοδικός θεσμός και το ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας. Η θεία Λειτουργία είναι «η αληθινή πράξη της Εκκλησίας», αφού τα συνηγμένα μέλη της Εκκλησίας υμνούν τον Θεό και μετέχουν του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας διαφοροτρόπως και ποικιλοτρόπως. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει τη Θεία Λειτουργία «Σύνοδο ουρανού και γης».
Αναφορικά με την ιστορία του διορθόδοξου διαλόγου και την πορεία μας προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, που θα λάβει χώρα στην Κρήτη από 18 έως 27 Ιουνίου τρέχ. έτους, ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε τον ρόλο της Μητρός Εκκλησίας της Κων/πόλεως: «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει σταθερά εδραιωμένο στην ιερά καθέδρα του και χαίρει διεθνούς αναγνώρισης και προστασίας, αποτελώντας τον εγγυητή της ενότητος και της απαραχαράκτου πίστεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επιβεβαιώνει τη διαχρονική θεϊκή αποστολή του ερειδομένη από την αποστολική αξία του ιδρυτού αγίου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου. Αγωνιά και προσεύχεται, περιφρουρεί, προστατεύει και εγγυάται την κανονική ευστάθεια και νομιμότητα ως γνήσια Μητέρα με γνήσια παιδιά. Γι’ αυτό προάγει την ενότητα των χριστιανών και των Εκκλησιών και δεν επηρεάζονται από «συναγωγές οιησίσοφων και δοξομανών εναντιολόγων», όπως λένε οι Πατέρες. Γιατί και στην εποχή μας πολλοί κάνουν τους στυλοβάτες της Ορθοδοξίας, κρίνουν και κατακρίνουν την Εκκλησία και τους ταγούς της, αλλά λίγοι είναι οι στυλίτες και μάρτυρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας σήμερα. Με τα πολυμέσα της διαδικτυακής πληροφορήσεως σήμερα εύκολα τροφοδοτούνται οι άκριτες και κακοήθεις μικρότητες, η παραπληροφόρηση, οι προσωπικές εμπάθειες, οι ξένες σκοπιμότητες. Ο ιερός θεσμός του Φαναρίου πηδαλιουχεί με σταθερή πορεία την εκκλησιαστική αλήθεια, πίστη και τάξη για να ομιλούν όλες οι κατά Ανατολάς Εκκλησίες την κοινή γλώσσα του αγ. Πνεύματος κι όχι την πολυγλωσσία, που οδηγεί στην πολυμορφία των Εκκλησιών. Το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο προβάλλει μόνο την Ορθόδοξη παράδοση που είναι η αρμονική σύζευξη αυστηρότητος και φιλανθρωπίας, συντηρήσεως και προσαρμογής. Δεν είναι μόνο συντήρηση των κεκτημένων. Η παράδοση δεν καλλιεργείται με τη συντήρηση, αλλά ζει και ζωοποιείται από τη ζωοποιό πνοή του Αγίου Πνεύματος με τη δημιουργία μέσα στην αναδημιουργία. Από τη γέννηση στην αναγέννηση. Είναι εσφαλμένη και παρερμηνευμένη η έννοια της παραδόσεως, όταν ταυτίζεται με τη στατικότητα. Γιατί η Ορθοδοξία δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά η δυναμική και αναγεννητική μεταμόρφωση του εκάστοτε παρόντος.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ηγετικό και συντονιστικό Κέντρο της Ορθοδοξίας, εάν θεωρούσε μονόπλευρα την παράδοση ως στείρα συντήρηση κι όχι πνεύμα πίστεως και ζωής συνεχώς αναγεννημένο και ανανεούμενο θα απεκόπτετο και θα ζούσε την απομόνωση και θα στερούσε τον εαυτό του, όπως εύστοχα έχει λεχθεί, τόσο από τον τίτλο του «Οικουμενικό», όσο κι από την Οικουμενική αποστολή του. Δεν είναι η ηγεσία άξια του ονόματός της, εάν δεν κατανοεί την εποχή που ζει και τις συνεχώς μεταβαλλόμενες κι αυξανόμενες ανάγκες του χριστεπώνυμου πληρώματος. Πάντοτε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν δέκτης των μηνυμάτων κάθε εποχής, «δίδοντας λόγον παντί τω αιτούντι», αλλά και πανταχού και πάντοθεν, αλλά και ως υπεύθυνος ερμηνευτής και διδάσκοντας με οδηγό την ιερά παράδοση και αγιοπνευματική εμπειρία. Έτσι κατόρθωσε και όχι μόνο επεβίωσε, αλλά και μεγαλούργησε. Η Ορθόδοξία, ως γνησιότερη έκφραση της χριστιανικής πίστεως και παραδόσεως, η βασιζόμενη και ερριζωμένη στις πρώτες πηγές, συνυφάνθηκε  με γλώσσα και την κλασσική παιδεία στηρίχθηκε στην ιστορία του Γένους και έδωσε παγκοσμίως την ταυτότητά μας και τον γνήσια αληθινό εαυτό μας. Αν δεν είχε καθαρή ταυτότητα, θα έχανε τον ίδιο τον εαυτό της. Είναι η ιστορική αυτή αλήθεια που δεν αμφισβητείται, ούτε  μπορούμε να ξεφύγουμε. Όποιοι δε τη βλέπουν νοσούν αθεράπευτα κι όσοι προσποιούνται πως δεν τη βλέπουν, βλάπτουν συνειδητά το ίδιο το Γένος και την παράδοσή του.
Τέλος, ο Σεβ. κ. Ευγένιος παρότρυνε όλους, ακολουθώντας τις προτροπές της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου μας κ.κ. Βαρθολομαίου, που από πολλά χρόνια με βαθύ αίσθημα ευθύνης προετοίμαζε τη Μεγάλη αυτή Αγία Σύνοδο, να ενώσομε κι εμείς τις προσευχές μας και τις εκτενείς δεήσεις μας και όλων των πιστών μετά των αγίων Προκαθημένων για να ευωδοθεί και να καρποφορήσει αυτή η Σύνοδος με το σπουδαίο και σωτηριολογικό έργο της με ασφαλή οδηγό και πλοηγό τον Ιησού Χριστό και την Αγία Του Εκκλησία «προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφεσ. 4,12), δηλ. της κατά Ανατολάς αδιαιρέτου Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Πηγή http://imis.gr

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες ἐν Κρήτῃ


Ημ. Εορτής: 31 Μαρτίου

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος μαρτύρησε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν Κρήτη. Στὸ α’ στιχηρὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ ὑπάρχει πληροφορία περὶ τοῦ μαρτυρίου τῆς συζύγου του: «…καὶ νυμφῶνος θείου ἐχώρησας ἔνδον, νενυμφευμένην τῷ Χριστῷ διὰ βασάνων τοῦ σώματος τὴν σύζυγον ἀγόμενος…». Στὸ α’ τροπάριο τῆς γ’ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος γίνεται λόγος περὶ μαρτυρίου καὶ τῶν τέκνων του. Προφανῶς ἔχουμε περίπτωση οἰκογενειακοῦ μαρτυρίου ἀνάλογο πρὸς ἐκείνου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Εὐσταθίου († 20 Σεπτεμβρίου) καὶ τοῦ Ἁγίου Ἑσπέρου († 2 Μαΐου). Πιθανότατα οἱ Ἅγιοι μαρτύρησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Ὑπάτιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Γαγγρῶν


Ημ. Εορτής: 31 Μαρτίου

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ὑπάτιος ἦταν Ἐπίσκοπος Γαγγρῶν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 325 μ.Χ., στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Διακρίθηκε γιὰ τὴν πιστότητά του στὰ ὀρθόδοξα δόγματα καὶ τὴν σφοδρὴ πολεμική του κατὰ τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν καὶ μάλιστα τῶν Ἀρειανῶν. Ἡ στάση του αὐτὴ ἐξήγειρε τοὺς πληγέντες Νοβατιανούς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν μὲ κάθε τόπο τὴν ἐξόντωσή του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό, τὸ ἔτος 326 μ.Χ. πλήρωσαν κάποιους εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι σὲ κρημνώδη περιοχὴ ἐπιτέθηκαν κατὰ τοῦ Ἁγίου μὲ ξύλα καὶ πέτρες καὶ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο. Πρὶν ξεψυχήσει, μία ἐκ τῶν φανατικῶν αἱρετικῶν γυναικῶν τὸν θανάτωσε διὰ λίθου.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ὑπάτιος μαρτύρησε καὶ κληρονόμησε τὴν Βασιλεία τῆς Τριαδικῆς Θεότητος.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, καὶ πρόεδρος ἔνθεος, τῆς Ἐκκλησίας Γαγγρῶν, ἐδείχθης Ὑπάτιε· ὅθεν θαυματουργίαις, διαλάμπων ποικίλαις, σύνθρονον τῷ Τεκόντι, τὸν Υἱὸν ὡμολόγεις, δι' ὃν καὶ χαίρων ἤθλησας, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὴν ζωοποιόν, τελέσας ἱερουργίαν, καὶ τῶν δωρεῶν, τὸ τάλαντον ἐπαύξησας, ὡς θυσία προσήχθης, καὶ κάρπωμα ἔνθεον, δι’ ἀθλήσεως Ὑπάτιε, τῷ δοξάσαντι τὸν βίον σου, τοῖς ἀρρήτοις Πάτερ θαύμασιν. Αὐτὸν δυσώπει ἀεί, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Ὁμοουσιότητος τοῦ Πατρός, καὶ Υἱοῦ παμμάκαρ, χρηματίζων κῆρυξ λαμπρός, ἀθλήσει σφραγίζεις, τὸν θαυμαστόν σου βίον, Ὑπάτιε θεόφρον, Γαγγρῶν ὁ πρόεδρος.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος


Ημ. Εορτής: 30 Μαρτίου

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 525 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβοῦς καὶ εὔπορης οἰκογένειας. Ἔλαβε πλούσια μόρφωση, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «σχολαστικό», ἀλλὰ σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Γέροντος Μαρτυρίου, στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ θάνατό του.
Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε μοναχικὲς κοινότητες στὴ Σκήτη καὶ Ταβέννιση τῆς Αἰγύπτου, ἀργότερα δὲ ἐγκαταστάθηκε σὲ κελὶ τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἀπεῖχε δύο ὧρες ἀπὸ τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.
Ὁ βιογράφος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, Δανιὴλ ὁ Ραϊθηνός, μᾶς δίνει μερικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν βίο του, κυρίως ὅμως μᾶς παρουσιάζει τὸ πῶς ἀναδείχθηκε δεύτερος Μωϋσῆς καθοδηγώντας τοὺς νέους Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν γῆ τῆς δουλείας στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Μὲ τὴν λίγη τροφὴ νίκησε τὸ κέρας τοῦ τύφου τῆς οἰήσεως καὶ τῆς κενοδοξίας, πάθη πολὺ λεπτὰ καὶ δυσδιάκριτα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐμπλέκονται στὶς κοσμικὲς ἐνασχολήσεις. Μὲ τὴν ἡσυχία, νοερὰ καὶ σωματική, ἔσβησε τὴν φλόγα τῆς καμίνου τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν δικό του ἀγώνα ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴν δουλεία στὰ εἴδωλα. Ἀνέστησε τὴν ψυχή του ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ τὴν ἀπειλοῦσε. Μὲ τὴν ἀπονέκρωση τῆς προσπάθειας καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τῶν ἀΰλων καὶ οὐρανίων ἔκοψε τὰ δεσμὰ τῆς λύπης. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγινε ὁ κατεξοχὴν ἄνθρωπος, ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πλασμένος καὶ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀνακαινισμένος. Καὶ μὲ ὅσα ἔγραψε δὲν μετέφερε σὲ ἐμᾶς μόνο τὶς ἀνθρώπινες γνώσεις ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη, γι’ αὐτὸ ὁ λόγος του εἶναι ἀφοπλιστικὸς καὶ θεραπευτικός.
Μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἄσκηση στὴν ἔρημο, σὲ προχωρημένη πλέον ἡλικία, ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς Σινᾶ, ἐνῷ πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου του ἀποσύρθηκε πάλι στὴν ἔρημο, ὅπου κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἐτῶν, κατὰ τὸ ἔτος 600 μ.Χ.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἐπίσης, τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγραψε δύο περίφημα συγγράμματα: τὴν «Κλίμακα» καὶ τὸ «Λόγο πρὸς τὸν Ποιμένα». Ἡ «Κλίμακα» εἶναι συνέχεια τῶν ἡσυχαστικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης παρουσιάζει τὰ στάδια τῆς τελειώσεως σὲ τριάντα κεφάλαια. Τὴν ἰδέα τῆς κλίμακος ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, τὸν δὲ ἀριθμὸ τριάντα ἀπὸ τὴν ἡλικία τῆς ὡριμότητας κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄρχισε τὴν δημόσια δράση Του.
Κατ’ ἀρχὰς περιγράφει τὸ πρῶτο στάδιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ποὺ συνίσταται στὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ καθετὶ ποὺ ὑπενθυμίζει τὸν κόσμο, τὴν ξενιτεία. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ περιγραφὴ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἀσκητοῦ, μεταξὺ τῶν ἀρετῶν καὶ κακιῶν, οἱ ὁποῖες περιγράφονται ἀνάμεικτες: λύπη, ὑπακοή, μετάνοια, μνήμη θανάτου, κατὰ Θεὸν πένθος, ἀοργησία, μνησικακία, καταλαλιά, σιωπή. Τὰ τελευταία κεφάλαια ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἐν ἀγάπῃ τελείωση, τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἐσωτερικὴ προσευχή.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείαν κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον πᾶσι, Μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξαι, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Καρποὺς ἀειθαλεῖς, ἐκ σῆς βίβλου προσφέρων, διδάγματα σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τῶν τούτοις μετὰ νήψεως, προσεχόντων μακάριε· κλῖμαξ γάρ ἐστι, ψυχὰς ἀνάγουσα γῆθεν, πρὸς οὐράνιον, καὶ διαμένουσαν δόξαν, τῶν πίστει τιμώντων σε.

Μεγαλυνάριον.
Τὴν οὐρανοδρόμον ἣν Ἰακώβ, κλίμακα προεῖδεν, ἐτεχνήσω πνευματικῶς, Πάτερ Ἰωάννη, συνθήκῃ τῶν σῶν λόγων, δι’ ἧς πρὸς ἀφθαρσίας, βαίνομεν μεθέξιν.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Εορτή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ιερά Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου


Η μεγάλη διπλή εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και του ευαγγελισμού του Γένους μας εορτάστηκε εις την Ι. Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου με την δέουσα λαμπρότητα. Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου κ.κ Αμφιλόχιος χοροστάτησε του Εσπερινού εις τον εορτάζοντα Ι. Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Παλαιόχωρα, με την συμμετοχή Κληρικών της Επαρχίας Σελίνου, των Δημοτικών αρχών και πλήθους κόσμου.

Την κυριώνυμο ημέρα προεξήρχε της Θείας Λειτουργίας εις τον, επίσης, εορτάζοντα Ι. Μητροπολιτικό  Ναό με την συμμετοχή Κληρικών της Μητροπόλεως Κισάμου και Σελίνου της Δημοτικής Αρχής, του Θεματικού Αντιπεριφερειάρχη Παιδείας κ. Σημαντηράκη, Εκπροσώπων του Στρατού, των Διοικητών της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής, του Λιμενικού, κ.α. αρχών και φορέων του τόπου, των Σχολικών Μονάδων, και πλήθους πιστών.
Στην σύντομη ομιλία του ο Σεβασμιότατος  αναφέρθηκε στα «φαινόμενα και μηνύματα» των καιρών, στην προσπάθεια περιθωριοποίησης της Εκκλησίας από την κοινωνία, όπως την απαγόρευση εισόδου των Κληρικών στα Σχολεία, την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών, κ.α. τα οποία όπως είπε θα πρέπει όλους να μας προβληματίσουν και να μας θέσουν ενώπιον των ευθυνών μας. Ακολούθησε επίκαιρη ομιλία από εκπαιδευτικό και εν συνεχεία Τρισάγιο στο μνημείο πεσόντων και παρέλαση.

Ὁ Ἅγιος Μάρκος Ἐπίσκοπος Ἀρεθουσίων


Ημ. Εορτής: 29 Μαρτίου

Ὁ Ἅγιος Μάρκος ἤκμασε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Κωνσταντίου (337 – 361 μ.Χ.) καὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.). Ἦταν Ἐπίσκοπος Ἀρεθουσίων. Τὸ ἔτος 341 μ.Χ. συμμετεῖχε στὴν Σύνοδο τῆς Ἀντιόχειας. Στὰ Πρακτικὰ μάλιστα αὐτῆς, διασώζεται «Ἔκθεσις Πίστεως Μάρκου Ἀρεθουσίων». Τὸ ἑπόμενο ἔτος συμμετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία Ἐπισκόπων, ἡ ὁποία μετέβη στὰ Τρέβηρα γιὰ νὰ συναντήσει τὸν αὐτοκράτορα Κώνσταντα. Τὸ ἔτος 343 μ.Χ. ἔλαβε μέρος στὴν Σύνοδο τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ τὸ ἔτος 351 μ.Χ. στὴν Σύνοδο τοῦ Σιρμίου, ἡ ὁποία καταδίκασε τὸν Φωτεινό, Ἐπίσκοπο Σιρμίου, ὡς ὀπαδὸ τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου Ἀγκύρας, Μαρκέλλου. Τὸν συναντᾶμε, ἐπίσης, στὴν Σύνοδο τῆς Σελευκείας  τῆς Ἰσαυρίας, τὸ ἔτος 358 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Μάρκος ἀναδείχθηκε μεγάλος διώκτης τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ὁδήγησε μὲ τὸν φιλόθεο βίο καὶ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμά του πολλοὺς Ἐθνικοὺς στὴν ἀληθινὴ πίστη. Μὲ τὴν προτροπή του δὲ οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι προέρχονταν ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν Ἐθνικῶν, γκρέμισαν ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναό. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τὸν Ἅγιο ἢ νὰ δώσει ἀποζημίωση γιὰ τὸν κατεστραμμένο ναὸ ἢ νὰ τὸν ξαναοικοδομήσει. Γι’ αὐτό, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν σύλληψη πολλῶν Χριστιανῶν γιὰ τὸ συγκεκριμένο γεγονός, παρουσιάσθηκε μόνος του στὶς ἀρχὲς ποὺ τὸν καταδίωκαν, τὸ 363 μ.Χ.
Τὸ μαρτύριο καὶ τὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ὁ Ἅγιος Μάρκος, χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν Θεοδώρητο Κύρου ὡς πραγματικὴ τραγωδία. Νὰ πῶς περιγράφει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου: «Ὁδηγοῦσαν τὸν γέροντα Ἐπίσκοπο, τὸν ἐθελοντὴ ἀθλητή, διὰ μέσου τῆς πόλεως καὶ σὲ ὅλους ἦταν σεβαστὸς γιὰ τὴν πολιτεία του, πλὴν τῶν διωκτῶν καὶ τυράννων, ποὺ ἀγωνίζονταν πῶς νὰ ὑπερβάλλουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὴν θρασύτητα κατὰ τοῦ πρεσβύτου. Τὸν ἔσυραν διὰ μέσου πλατειῶν, τὸν ὠθοῦσαν πρὸς ὑπονόμους, τὸν ἔσυραν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ γένια. Δὲν ὑπῆρχε μέλος τοῦ σώματός του ποὺ νὰ μὴν ὑπέστη μαζὶ μὲ τὶς κακώσεις καὶ ταπείνωση. Τὸν ὕψωναν μετέωρο ἀπὸ τὰ πόδια καὶ μὲ τὶς μυτερὲς γραφίδες ἔκαναν παιχνίδι τους τὴν τραγωδία. Τοῦ τρυποῦσαν τὰ αὐτιά… Τὸν κρέμασαν ψηλὰ μέσα σὲ δίχτυ καὶ τὸν ἄλειψαν μὲ μέλι καὶ ἁλάτι. Οἱ σφίγγες καὶ οἱ μέλισσες τὸν κεντοῦσαν, ἐνῷ τὸ καταμεσήμερο ὁ ἥλιος μὲ τὶς καυστικές του ἀκτίνες αὔξανε τὴν φλόγωση».
Ὁ Ἅγιος Μάρκος τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ καρτερία καὶ ἀνεξικακία. Εὐχαριστοῦσε καὶ δοξολογοῦσε τὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ὁ ὕπαρχος τῆς πόλεως Ἀρεθούσης θαύμασε τὴν γενναιότητα καὶ τὴν πνευματικὴ ἀνδρεία τοῦ Ἁγίου Μάρκου καὶ ἐξέφρασε τὴν ἔντονη δυσαρέσκειά του πρός τὸν αὐτοκράτορα Ἰουλιανὸ γιὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Ἁγίου. Ζήτησε δὲ μάλιστα τὴν ἀπελευθέρωσή του. Ὁ Ἅγιος ὄχι μόνο ἐλευθερώθηκε, ἀλλὰ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ βάπτισε Χριστιανοὺς καὶ τοὺς διῶκτες του.
Ὁ Ἅγιος Μάρκος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀρεθουσίων ὁ σοφὸς Ποιμενάρχης, ὑπὲρ Χριστοῦ Μᾶρκε στερρῶς ἠνωνίσω, ἐν τῇ Φοινίκῃ δὲ ὦ Κύριλλε Διάκονε, Μάρτυς ὤφθης ἔνθεος, καὶ ἐν Γάζῃ τῇ πόλει, ἅμα καὶ Ἀσκάλωνι, Ἱερεῖς θεοφόροι, μετὰ Γυναίων ἤθλησον σεμνῶν· οὓς ὡς ὁπλίτας, Χριστοῦ μακαρίσωμεν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὸν Χριστὸν δοξάσαντες, ἀθλητικαῖς ἀριστείαις, Μᾶρκε Πάτερ Ὅσιε, σὺν τῷ Λευΐτῃ Κυρίλλῳ, ἅμα δέ, ταῖς ἐν Ἀσκάλωνι καὶ τῇ Γάζῃ, χάριτι, ἀνδρισαμέναις κατὰ τῆς πλάνης, ἐδοξάσθητε ἀξίως, καὶ τῶν Ἀγγέλων χοροῖς συνήφθητε.

Μεγαλυνάριον.
Τῶν Ἀρεθουσίων χαῖρε ποιμήν, Μᾶρκε θεηγόρε· χαῖρε Κύριλλε ἱερέ· χαῖρε τῶν Ἁγίων, Γυναίων ἡ χορεία, Μαρτύρων χαῖρε στῖφος, τὸ ἱερώτατον.

Ο εορτασμός της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου 1821

 
Με κάθε λαμπρότητα και επισημότητα εορτάσθηκε την Παρασκευή 25 Μαρτίου η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της Εθνικής Παλιγγενεσίας στην πόλη της Σητείας. Η επίσημη Δοξολογία για την εθνική παλιγγενεσία του 1821 τελέσθηκε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίας Αικατερίνης, χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγενίου, με τη συμμετοχή του Ιερού Κλήρου της περιοχής και παρουσία του Δημάρχου κ. Θεοδ. Πατεράκη, του Διοικητού του 3ου Κ.Ε.Π. Ζήρου Σμήναρχου κ. Νικολ. Μιχαλάκη, Αξιωματικών της Ναυτικής Βάσης Κυριαμαδίου, του Διοικητή του Αστυν. Τμήματος Σητείας Αστυνόμου Α΄ κ. Μάλλιου, του Διοικητή του Πυροσβεστικού Κλιμακίου Σητείας κ. Παύλ. Καπετανάκη, του Λιμεναρχείου Υποπλοίαρχου κ. Γ. Παττακού, των Διευθυντών όλων των Σχολείων, των Δημοσίων Υπηρεσίων και εκπροσώπων άλλων τοπικών Αρχών Φορέων και πλήθους πιστών.
 
 

Τιμές απέδωσε η διμοιρία του 3ου Κ.Ε.Π. Ζήρου υπό τους ήχους της Φιλαρμονικής του Δήμου Σητείας.
Ακολούθησε η επιμνημόσυνη δέηση στο Ηρώο, η κατάθεση στεφάνων, η τήρηση ενός λεπτού σιγής, η ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου και η παρέλαση στην οποία έλαβαν η Φιλαρμονική του Δήμου Σητείας, οι Εθελόντριες Νοσηλεύτριες του Ερυθρού Σταυρού, το Λύκειο Ελληνίδων, Σχολές παραδοσιακών χορών, ο Σύλλογος Μικρασιατών Ποντίων και Αρμενίας Σητείας, ο Σύλλογος Πολυτέκνων Επαρχίας Σητείας, οι Εθελοντές Διασώστες Εκτάκτων Αναγκών Κρήτης (Ε.Δ.Ε.Α.Κ.), τα Σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών, προσκοπικές ομάδες και τέλος οι Οπλίτες του 3ου Κ.Ε.Π. Ζήρου.
 

Στην Ιεράπετρα, η επίσημη Δοξολογία για την εθνική εορτή εψάλη στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, προεξάρχοντος του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου π. Κυρίλλου Διαμαντάκη, Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, ο οποίος και κήρυξε κατάλληλα τον θείο λόγο. Συμμετείχε ο Ιερός Κλήρος της πόλεως και παρέστησαν ο Δήμαρχος κ. Θεοδ. Καλατζάκης, οι Αντιδήμαρχοι και μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, η Αντιπεριφερειάρχης Λασιθίου κ. Παλαγία Πετράκη, ο Βουλευτής Ν. Λασιθίου κ. Ιω. Πλακιωτάκης, οι εκπρόσωποι των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων, ο Προϊστάμενος της Δ/νσης Α/θμιας Εκπαίδευσης Ν. Λασιθίου, οι Διευθυντές των Σχολείων. Ακολούθησε η επιμνημόσυνη δέηση στο μνημείο των Ηρώων, στην οποία συμμετείχε σύσσωμος ο Ιερός Κλήρος της πόλεως με επικεφαλής τον Πανοσιολ. Πρωτοσύγκελλο Αρχιμ. π. Κύριλλο Διαμαντάκη, και στη συνέχεια έγινε η κατάθεση στεφάνων από τους εκπροσώπους του Δήμου, της Περιφέρειας, του Ελλ. Κοινοβουλίου, του 3ου ΚΕΠ Ζήρου, του Αστυν. Τμήματος, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, του Λιμεναρχείου Ιεράπετρας κ.α., η ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου και και η παρέλαση των μαθητών όλων των σχολείων, των αθλητικών σωματείων, των σχολών κρητικών χωρών, των προσκοπικών ομάδων, των Εθελοντών Σαμαρειτών και Νοσοκόμων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και μοτοσυκλετιστών της ΕΛ.ΑΣ., υπό τους ήχους της Φιλαρμονικής του Δήμου Ιεράπετρας.
Πηγή http://imis.gr

Λαμπρή και πάνδημη η πανήγυρη του Ιερού Ναού Ευαγγελισμού Θεοτόκου Σητείας

 
Mε επίκεντρο τον πανηγυρίζοντα μεγαλοπρεπή Ιερό Ενοριακό Ναό  Ευαγγελισμού της Θεοτόκου της πόλεως της Σητείας, εορτάσθηκε την Παρασκευή 25 Μαρτίου η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ιερά Μητρόπολη Ιετραπύτνης και Σητείας.
 

Την παραμονή της εορτής, Πέμπτη 24 Μαρτίου, στον ως άνω πανηγυρίζοντα ναό τελέσθηκε ο Μέγας πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής, κατά τον οποίο χοροστάστησε, ευλόγησε τους προσφερόμενους άρτους και κήρυξε επίκαιρα τον θείο λόγο ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιος. Συμμετείχαν ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Τοπλού Σητείας Αρχιμ. Φιλόθεος Σπανουδάκης και πλειάδα Εφημερίων της ευρύτερης περιοχής της Σητείας, ενώ παρέστη πλήθος των πιστών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Δήμαρχος Σητείας κ. Θεοδ. Πατεράκης και άλλοι εκπρόσωποι των τοπικών Αρχών.
 

Ο Σεβ. Μητροπολίτης κ. Ευγένιος, μιλώντας στο πλήθος των πιστών που κατέκλυσαν τον πανηγυρίζοντα Ναό, αναφέρθηκε στο χαρμόσυνο και κοσμοσωτήριο γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, με το οποίο αρχίζει να εξυφαίνεται το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της αγάπης του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Ανήμερα της εορτής, Παρασκευή 25 Μαρτίου, ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιος χοροστάτησε κατά την ακολουθία του Όρθρου, ευλόγησε τους άρτους και στη συνέχεια ιερούργησε, περιστοιχούμενος από τον Ηγούμενο της Ι. Μονής Τοπλού και τους Εφημερίους της Ενορίας, και κήρυξε κατάλληλα μιλώντας για το θεολογικό μήνυμα της εορτής του Ευαγγελισμού, τονίζοντας τη φανέρωση του προαιωνίου μυστηρίου για τη  σωτηρία του ανθρώπου.
 

Ο Σεβ. επίσης αναφέρθηκε στην καθιέρωση του εορτασμού του εθνικού ξεσηκωμού στις 25 Μαρτίου για λόγους προφανούς συμβολισμού προκειμένου να συνδεθεί η αναγέννηση του σκλαβωμένου Γένους και η εθνική παλιγγενεσία με το γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και την απαρχή της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Τέλος, υπογράμμισε ότι η πίστη στον Χριστό και η αγάπη για τη σκλαβωμένη πατρίδα έγιναν οι βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι επαναστατημένοι πρόγονοί μας για να επιτύχουν την παλιγγενεσία του έθνους μας με τη βοήθεια της Υπέρμαχου Στρατηγού του Γένους μας Υπεραγίας Θεοτόκου.
Πηγή http://imis.gr

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ο Μεγάλος Κανόνας

jesus1

Η πέμπτη εβδομάς των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι Ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη Ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δύο νέες εκτενείς Ακολουθίες· ο Μέγας Κανών και το ο Ακάθιστος ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθή στην επομένη, στην έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθή από τους Πατέρας με πολλή μελέτη και περίσκεψι.

Με «διάκρισι», κατά την εκκλησιαστική έκφρασι. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μεγάλη Ἑβδομάς, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά της θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήση μία περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μία μικρά ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρωπίνως αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάς και την έξαρσι του τέλους βαστάζει η προτελευταία. Τις δύο θαυμαστές ακολουθίες της πέμπτης εβδομάδος τον Νηστειών, τον Μέγα Κανόνα και τον Ακάθιστο ύμνο, θα σταθούμε και θα τις εξετάσουμε.
Ο Μέγας Κανών ψάλλεται τμηματικώς στα Απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α’ εβδομάδος των Νηστειών και ολόκληρος στην Ακολουθία του όρθρου της Πέμπτης της Ε’ εβδομάδος. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξαρτήτως από τον Όρθρο, εν είδει μικράς αγρυπνίας, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την Ακολουθία του αποδείπνου. Κατά τον τρόπο αυτό διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον εύρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, στο Τριῴδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθησις του Κανόνος αυτού κατά την ώρα της ψαλμῳδίας του είναι δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ταχύς ο ρυθμός της ψαλμῳδίας του.
Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαιτέρως απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλλίτερα τον ύμνο αυτόν. Τα κατωτέρω ας αποτελέσουν μία σύντομο εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνησι για την παρακολούθησι της ψαλμῳδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.
Και πρώτα δυό λόγια για τον ποιητή του. Τον Μέγα Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Μοναχός κατ᾿ αρχάς στην Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε και ανέλαβε διάφορα εκκλησιαστικά υπουργήματα και τέλος ανεδείχθη αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Απέθανε γύρω στα 740 μ.Χ. στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη, κατά ένα ταξείδι του στην Κωνσταντινούπολι, είτε και εξόριστος εκεί -ήταν υποστηρικτής των αγίων εἰκόνων.
Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μία μεγάλη σαρκοφάγος, που βρίσκεται πίσω από το άγιο Βήμα της ερειπωμένης Βασιλικής της αγίας Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφή. Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνολογική του παραγωγή είναι αξιόλογος. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μέγας Κανών. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός Συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πρίν πεθάνῃ. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μέγας Κανών είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.
Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάμωμε μία μικρή παρέκβασι. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των Κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ᾿ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι Κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που εγράφοντο για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: Να διακοσμήσουν την ψαλμῳδία των εννέα ωδών του Ψαλτηρίου, που εστιχολογούντο στον Ὀρθρο. Ἔψαλλαν τις εννέα ωδές και στους τελευταίους στίχους της κάθε μιάς παρενέβαλλαν τα τροπάρια, όπως γίνεται μέχρι σήμερα στους Ναούς μας κατά την ψαλμῳδία του «Κύριε εκέκραξα» στον εσπερινό και των ψαλμών των Αίνων στον όρθρο. Εννέα ήσαν οι ωδές του Ψαλτηρίου, εννέα και οι ομάδες τροπαρίων που αποτελούσαν τον κανόνα. Όλος ο κανών ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μιά μικρή παραλλαγή στην ψαλμῳδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότης στον όλο Κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στόν ίδιο ήχο, αλλά και να θραύεται και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμῳδία που παρουσιάζει κάθε μιά ωδή. Τον Κανόνα αυτόν της συνθέσεως του εκκλησιαστικού αυτού ποιητικού είδους ακολουθεί και ο Μέγας Κανών. Έχει εννέα ωδές·όλες ψάλλονται σε ήχο πλ. β’, κάθε όμως ωδή έχει το δικό της «εἱρμό», βάσει του οποίου έχουν συνταχθή και ψάλλονται τα τροπάρια της.
Ο Μέγας όμως Κανών στην μορφή του έχει μιά χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι, συγκρινόμενος πρός τους άλλους ομοίους του Κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτό του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξῃ και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσῃ όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι Κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: Τόσα, όσα είναι και οι άλλοι στίχοι των ωδών, ούτως ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμῳδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος, ενώ οι συνήθεις Κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος είναι κατά τριάντα περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι προσέθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον άγιο Ανδρέα.
Και ερχόμεθα στο περιεχόμενο του μεγάλου Κανόνος. Δέν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας θρηνητικός μονόλογος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια ολίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίσι του δικαίου Κριτού, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάμῃ μία αναδρομή, μία ανασκόπησι του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσῃ με την ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας τον συμπνίγει. Η συνείδησις τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών του πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Αυτό κυρίως δίδει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Αγία Γραφή είναι πολύ φυσικός.
Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσῃ τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των Αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και ανοίγει η αισιόδοξος προοπτική του ποιητού. Βρήκε την θύρα του Παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσῃ·προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμένη του καρδιά και την πνευματική του πτωχεία. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ, του τελώνου, της πόρνης και του ληστού τον ενθαρρύνουν. Ο Κριτής θα ευσπλαγχνισθῇ και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους.
ᾨδή α’
«Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τάς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις;
ποίαν ἀπαρχή ἐπιθήσω, Χριστέ, τῇ νῦν θρηνῳδίᾳ;
ἀλλ᾿ ὡς εὔσπλαγχνος μοι δός παραπτωμάτων ἄφεσιν».
ᾨδή β’
«Πρόσεχε, οὐρανέ, καί λαλήσω·γῆ ἐνωτίζου φωνῆς
μετανοούσης Θεῷ καί ἀνυμνούσης αὐτόν»..
«Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι Θεός·
ἐνωτίζου ψυχή μου, τοῦ Κυρίου βοῶντος
καί ἀποσπάσθητι τῆς πρώτης ἁμαρτίας
καί φοβοῦ ὡς δικαστήν καί ὡς κριτήν καί Θεόν».
ᾨδή γ’
«Πῦρ παρά Κυρίου, ψυχή, Κύριος ἐπιβρέξας,
τήν γῆν Σοδόμων πρίν κατέφλεξεν».
«Πηγήν ζωῆς κέκτημαι σέ τοῦ θανάτου τόν καθαιρέτην
καί βοῶ σοι ἐκ καρδίας μου πρό τοῦ τέλους· Ἥμαρτον,
ἱλάσθητι, σῶσον με».
Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής «ο κατανύξεως μεστός» Μέγας Κανών προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακεφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού του Μελωδού, που συμψάλλεται με τον Μέγα Κανόνα:
«Ψυχή μου, ψυχή μου,
ἀνάστα, τί καθεύδεις
τό τέλος ἐγγίζει
καί μέλλεις θορυβεῖσθαι·
ἀνάνηψον οὖν,
ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ Θεός,
ὁ πανταχοῦ παρών
καί τά πάντα πληρῶν».
(Από το βιβλίο του I. Μ. Φουντούλη: ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, εκδ. Α. Δ.).

Το Μέγα Απόδειπνον

filolog-640x330

Απόδειπνο, ονομάζεται η προσευχή που τελείται μετά το δείπνο…  Λόγω της μεγάλης του διάρκειας –από την συνεχή προσθήκη ευχών- περί τα μέσα περίπου του 14ου αιώνα, υπήρξε η ανάγκη συντόμευσης της ακολουθίας αυτής. Έτσι επικράτησε η Ακολουθία του Μικρού Αποδείπνου, το οποίο και διαβάζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους. Η εκτενέστερη του μορφή, αυτή της μεγαλύτερης διάρκειας, επικράτησε τελικά να διαβάζεται κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ονομάζεται Μέγα Απόδειπνον.
Στα Μοναστήρια το Μικρό Απόδειπνο διαβάζεται στον νάρθηκα του Καθολικού. Το Μεγάλο Απόδειπνο σε όλη τη διάρκεια διαβάζεται στον κυρίως Ναό.
Από τους πιο χαρακτηριστικούς ύμνους που ψάλλουμε στην Ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου είναι το «Μεθ” ημών ο Θεός γνώτε έθνη και ηττάσθε ότι μεθ” ημών ο Θεός», που προέρχεται από την ωδή του Ησαΐα, (Ησ. H, 9-10) καθώς και οι περισσότεροι στίχοι που πλαισιώνουν αυτό το εφύμνιο βρίσκονται στον Ησαΐα (κυρίως στο ένατο κεφάλαιο). Ακόμη ψάλλουμε το παρακάτω ποίημα: «Η ασώματος φύσις τα Χερουβείμ, ασιγήτοις σε ύμνοις δοξολογεί..»
Κατά την πρώτη εβδομάδα των νηστειών (Δευτέρα έως Πέμπτη) διαιρεμένος σε τέσσερα τμήματα, ψάλλεται ο Μέγας Κανών. Είναι ποίημα του σπουδαίου βυζαντινού υμνογράφου Αγίου Ανδρέα του Ιεροσολυμίτου, επισκόπου Κρήτης
Το Μέγα Απόδειπνο ακολουθεί την παρακάτω γενική διάταξη:
Μετά το «Ευλογητός ο Θεός…», : «Βασιλεύ ουράνιε…», Τρισάγιον , «Δεύτε προσκυνήσωμεν…» (γ´).
Ακολουθούν οι Ψαλμοί: 4 ος, 6ος, 12ος, 24ος, 30ος, 90ος
(Κατά την πρώτη μόνον εβδομάδα προηγείται των παραπάνω Ψαλμών ο 69ος Ψαλμό «Ο Θεός εις την βοήθειαν μου πρόσχες…»)
«Μεθ” ημών ο Θεός…»,
Τροπάρια «Την ημέραν διελθών…» κτλ.
«Η ασώματος φύσις τα Χερουβείμ…»
Το Σύμβολον της Πίστεως
«Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε…»
Τρισάγιον
Τροπάρια : εάν τύχει εορτή, τα της εορτής, ει δε μη :
Δευτέρα και Τετάρτη «Φώτισον τους οφθαλμούς μου…» κλπ
Τρίτη και Πέμπτη «Των αοράτων εχθρών μου…» κλπ
Κυριε Ελέησον (μ’),
Ο Ιερέυς την ευχή του Μ. Βασιλείου «Κύριε, Κύριε, ο ρυσάμενος ημάς …»
«Δεύτε προσκυνήσωμεν…» (γ´).
Ψαλμοί : 50ος , 101ος
Ο Ιερέυς την ευχή του Μανασσή «Κύριε παντοκράτορ, ο Θεός των Πατέρων ημών…»
Τρισάγιον,
Κατανυκτικά τροπάρια «Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς…» κλπ
ο Ιερεύς, την Ευχήν «Δέσποτα Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ, Κύριε ..»
«Δεύτε προσκυνήσωμεν…» (γ’)
Ψαλμοί : 69ος* , 142ος
Μετά την Δοξολογίαν, κατά τις τέσσερεις πρώτες μέρες της Α” εβδομάδας, το αντίστοιχο τμήμα του Μεγάλου Κανόνος, (το εν τώ Τριωδίω) μετά του στίχου: «Ελέησόν με, ο Θεός, ελέησόν με».
Στο τέλος της ς´ ΄Ωδής ψάλλεται εμμελώς το Κοντάκιον· «Ψυχή μου, ψυχή μου…», και στο τέλος της θ´ ΄Ωδής επαναλαμβάνεται εμμελώς ο Ειρμός αυτής· «Ασπόρου συλλήψεως…».
Τρισάγιον.
Το Τροπάριον· «Κύριε των δυνάμεων…» μετά των στίχων του 150ου Ψαλμού,
Κύριε, ει μή τους Αγίους σου…κλπ
Κύριε, ελέησον (μ’)
Ο εν παντί καιρώ και πάση ώρα εν ουρανώ…
Ιερεύς Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς, και ευλογήσαι ημάς, επιφάναι το πρόσωπον αυτού εφ” ημάς, και ελεήσαι ημάς.
Κάνουμε τρείς μεγάλες μετάνοιες, ενώ λέμε (εσωτερικώς) μαζί με τον Ιερέα και από ένα στίχο της Ευχής του Οσίου Εφραίμ:
Κύριε, και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, και αργολογίας μή μοι δώς.
Πνεύμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, χάρισαί μοι τώ σώ δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μή κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός εί, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν
.
Μετά κάνουμε δώδεκα μικρές μετάνοιες επαναλαμβάνοντας , το «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ, και ελέησόν με»,
και τέλος πάλι μετάνοια μεγάλη και τον τελευταίο στίχο της ανωτέρω Ευχής.
Ναί, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μή κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός εί, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Τρισάγιον.
Κύριε, ελέησον (ιβ’)
Την ευχή στην Υπεραγίαν Θεοτόκον (Παύλου μοναχού, Μονής της Ευεργέτιδος) «Ασπιλε αμόλυντε…»
Την ευχή στον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν (Αντιόχου Μοναχού του Πανδέκτου) «Και δός ημίν, Δέσποτα…»
Μετά το· «Την πάσαν ελπίδα μου…», το αντίστοιχο Ευαγγέλιον της Παννυχίδος (μόνο κατά την Α´ εβδομάδα των Νηστειών) μετά «Ειρήνη πάσι… – Τάς κεφαλάς ημών… – Δέσποτα Πολυέλεε…», και την δέηση· «Ευξώμεθα…».
Κατόπιν:
την Δευτέρα το «Πάντων προστατεύεις…»
Την Τρίτην· το «Σφαγήν σου την άδικον…».
Την Τετάρτην· το «Πάντων προστατεύεις…».
Την Πέμπτην· το «Σφαγήν σου την άδικον…»,
παρέχεται συγχώρησις και το· «Δι” ευχών…».

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Νέος


Ημ. Εορτής: 28 Μαρτίου

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς Πελεκητῆς στὴν Τριγλὶα καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸ ἀσκητικό του ἦθος, τὸ φιλόθεο ζῆλο του, τὸ χάρισμα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 754 μ.Χ.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἱλαρότητι τρόπων καλλωπιζόμενος, ὡς καθαρώτατον σκεῦος τῆς ἐπιπνοίας Χριστοῦ, τῆς ἐνθέου βιοτῆς ἐδείχθης ἔσοπτρον· ὅθεν ἀστράπτεις νοητῶς, ἀρετῶν μαρμαρυγὰς, Πατὴρ ἡμῶν Ἱλαρίων, πρὸς ἀπλανῆ ὁδηγίαν, καὶ σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἐλαία εὔκαρπος, ἀναβλαστήσας, Ἱλαρίων Ὅσιε, καθιλαρύνεις μυστικῶς, τῷ σῷ ἐλαίῳ τοὺς ψάλλοντας· χαίροις Ὁσίων, κανὼν ἀπαρέγκλιτε.

Μεγαλυνάριον.
Ἔλεος καὶ χάριν παρὰ Θεοῦ, Πάτερ Ἱλαρίων, ὡς τῷ θρόνῳ αὐτοῦ ἑστώς, αἴτει θεοφόρε, ἡμῖν καταπεμφθῆναι, τοῖς ἐπιγραφομένοις, θερμὸν προστάτην σε.