Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Ἡ Ἁγία Εὐδοκία ἡ Μάρτυς


Ημ. Εορτής: 1 Μαρτίου

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐδοκία καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἠλιούπολη, τῆς ἐπαρχίας Λιβανησίας Φοινίκης καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.). Στὸν πρότερό της βίο ζοῦσε ζωὴ ἀκόλαστη μέσα στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὅμως ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ φώτισε τὴν καρδιά της καὶ μὲ τὶς νουθεσίες κάποιου γέροντος μοναχοῦ, ποὺ ὀνομαζόταν Γερμανός, μετανόησε. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εἶδε ὀπτασία, προσῆλθε στὸν Ἐπίσκοπο Θεόδοτο καὶ βαπτίσθηκε. Ἡ ὀπτασία ἦταν ἡ ἑξῆς: Παρατηροῦσε Ἄγγελο Θεοῦ νὰ ὁδηγεῖ αὐτὴν πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄλλους Ἀγγέλους νὰ τὴ συγχαίρουν, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ κάποιος μαῦρος οὔρλιαζε καὶ ἔλεγε ὅτι ἀδικεῖται πάρα πολύ, ἐπειδὴ ἡ Εὐδοκία ἔγινε Χριστιανή.
Μετὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννησή της καὶ τὴν καλὴ ἀλλοίωσή της, διαμοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ κατέφυγε σὲ μοναστήρι, ὅπου ἐσχόλαζε στὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς.
Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς πρώην ἐραστές της ὡς Χριστιανὴ καὶ συνελήφθη. Ὁδηγήθηκε στὸ βασιλέα Αὐρηλιανό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ καὶ τιμωρήθηκε. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἀνέστησε μὲ τὴν προσευχή της τὸν υἱὸ τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχε πεθάνει, τὸν ἔπεισε νὰ πιστέψει στὸν Κύριο. Καὶ τότε ἀπελευθερώθηκε. Ἀργότερα ὅμως συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Ἡλιουπόλεως Βικέντιο καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.
Ἔτσι ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐδοκία ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου της.

Πηγή http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προσέδραμες· οὗ τὸν ζυγὸν τῇ σαρκί σου βαστάσασα, ὑπερφυῶς ἠγωνίσω δι' αἵματος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὁ εὐδοκήσας ἐκ βυθοῦ ἀπωλείας, πρὸς εὐσεβείας τὸν ἀκρότατον ὅρον, ἀναγαγεῖν σε ἔνδοξε ὡς λίθον ἐκλεκτόν, οὗτος καὶ τὸν βίον σου, τῇ ἀθλήσει λαμπρύνας, χάριν ἰαμάτων σοι, Εὐδοκία παρέχει· ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων ἐφάμιλλε.

Μεγαλυνάριον.
Χάρις εὐδοκίας τῆς θεϊκῆς, νύμφην σε τοῦ Λόγου, ἀπειργάσατο ἐκλεκτήν, ἤθεσιν ὁσίοις, καὶ αἵματι Μαρτύρων, θεόφρον Εὐδοκία, περιαστράπτουσαν.

Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ι. Καθεδρικό Ναό Αγίας Αικατερίνης Σητείας

 

Την Κυριακή του Ασώτου, 28 Φεβρουαρίου,  ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιος, περιστοιχούμενος από τον συνταξ. Πρωτ. Εμμανουήλ Αυγουστινάκη και τον Εφημέριο του ναού Αιδεσιμολ. Πρωτ. Ιωάννη Καριχημάκη και τον Αρχιδιάκονο π. Αμβρόσιο Σκαρβέλη, ιερούργησε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίας Αικατερίνης πόλεως Σητείας, όπου κήρυξε τον θείο λόγο και τέλεσε το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του μακαριστού Εμμανουήλ Κουτσαντωνάκη, Φιλολόγου και πρ. Λυκειάρχου, καθώς και το ενιάμερο μνημόσυνο του αοιδίμου Ιερέως Γεωργίου Χιωτάκη, εκ Σφακίων.
Στην ομιλία του ο Σεβ. Μητροπολίτης αναφέρθηκε στη μετάνοια που δίδει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αποκαταστήσει τη σχέση του με τον Θεό και ττους συνανθρώπους του, όπως μας διδάσκει η ευαγγελική περικοπή του Ασώτου υιού και του εύσπλαχνου Πατέρα, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στους κεκοιμημένους για τους οποίους τέλεσε το ιερό μνημόσυνο, στον απλό, ακούραστο και ηγιασμένο Σφακιανό λευίτη παπα-Γιώργη Χιωτάκη, και στον διακεκριμένο φιλόλογο και ιστορικό Εμμανουήλ Κουτσαντωνάκη, συγγραφέα των βιβλίων: «Η Εθνική Αντίσταση 1941-1944 στην Επαρχία Σητείας από τις πηγές» και «Τα Κρυγιά και οι οικισμοί της τεως Κοινότητας Κρυών», την έκδοση των οποίων χρηματοδότησε το Κοινωφελές Ίδρυμα «Παναγία η Ακρωτηριανή» της Ιεράς Μητροπόλεως, ως μέγιστη συνεισφορά του μακαριστού στην καταγραφή και ανάξειξη της τοπικής μας ιστορίας.

Πηγή http://imis.gr

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Αγία Κυράννα η Νεομάρτυς


Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 28 Φεβρουαρίου εκάστου έτους.
Πολιούχος: Όσσα Θεσσαλονίκης

Η Αγία νεομάρτυς Κυράννα γεννήθηκε στο χωριό Αβυσσώκα ή Βυρσόκα, στη σημερινή Όσσα της Θεσσαλονίκης, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους. Στο Μαρτύριό της αναφέρεται ότι ήταν εξαιρετικά όμορφη. Αυτή η εξωτερική ομορφιά της Κυράννας, που δεν ήταν τίποτε άλλο από το αντικατόπτρισμα της εσωτερικής της ωραιότητας, αποτέλεσε και την αφορμή να οδηγηθεί στο μαρτύριο, καθώς κάποιος γενίτσαρος, εισπράκτορας των φόρων στο χωριό της Κυράννας, που την ερωτεύθηκε, προσπάθησε επανειλημμένα με κολακείες και δώρα να την ελκύσει και να την πείσει να αλλαξοπιστήσει, για να τη νυμφευθεί. Επειδή όμως η Κυράννα δεν αποδεχόταν τις κολακείες, ούτε πολύ περισσότερο τα δώρα του Τούρκου, αυτός νομίζοντας πως θα την κάμψει με τον φόβο άρχισε να την απειλεί ότι θα την βασανίσει σκληρά και τέλος θα την θανατώσει, αν δεν υποχωρήσει και δεν αρνηθεί την πίστη της. Αλλά ούτε αυτά τα μέσα έφεραν το ποθητό αποτέλεσμα για το γενίτσαρο. Τότε την οδήγησε βίαια στον κριτή της Θεσσαλονίκης και ψευδομαρτύρησε εναντίον της, ότι του είχε δηλώσει ότι θα αλλαξοπιστήσει για να τη νυμφευθεί, αλλά τελικά δεν τήρησε την υπόσχεσή της. Η Αγία Κυράννα με πνευματική ανδρεία ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό. Έτσι οι Τούρκοι την οδήγησαν στη φυλακή.

Ο γενίτσαρος, που την οδήγησε στον κριτή, ζήτησε και έλαβε την άδεια του Αλή Εφέντη, μπέη του κάστρου της Θεσσαλονίκης, να επισκέπτεται την Αγία στη φυλακή, όπου με κολακείες αλλά και βασανιστήρια προσπαθούσε να την μεταπείσει. Όταν έφευγε αυτός, συνέχιζε τα βασανιστήρια ο δεσμοφύλακας, τον οποίο έλεγχαν για την σκληρότητά του τόσο οι υπόλοιποι φυλακισμένοι, όσο και κάποιος άλλος φύλακας Χριστιανός.

Κάποια φορά ο γενίτσαρος επισκέφθηκε και πάλι την Αγία στη φυλακή και την βασάνισε μέχρι θανάτου. Ο Χριστιανός φύλακας επέπληξε τότε δριμύτατα το δεσμοφύλακα και τον απείλησε ότι θα τον καταγγείλει στο πασά, επειδή επέτρεπε να εισέρχονται στη φυλακή παράνομα άνθρωποι ξένοι και να βασανίζουν τους φυλακισμένους. Έτσι, όταν μετά από λίγο ο γενίτσαρος ξαναήλθε στη φυλακή, φοβούμενος ο δεσμοφύλακας δεν του επέτρεψε την είσοδο. Αυτός τότε τον κατήγγειλε στον Αλή Εφέντη, ο οποίος τον κάλεσε και τον επέπληξε, γιατί παράκουσε τις διαταγές του. Ύστερα από αυτό το γεγονός, ο δεσμοφύλακας επέστρεψε οργισμένος στη φυλακή και ξέσπασε πάνω στην Κυράννα, την οποία κρέμασε και άρχισε να χτυπά αλύπητα. Μπροστά σε αυτό το θέμα όλοι οι φυλακισμένοι, ακόμη και οι Μωαμεθανοί, άρχισαν να διαμαρτύρονται και να καταφέρονται εναντίον του δεσμοφύλακος, ο οποίος άφησε την Αγία κρεμασμένη κι έφυγε. Ήταν 28 Φεβρουαρίου του 1751 μ.Χ.

Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες ένα θείο φως κάλυψε ξαφνικά το σώμα της Αίας Κυράννας, η οποία άφηνε την τελευταία της πνοή, και ύστερα εξαπλώθηκε σε όλη την φυλακή. Μπροστά σε αυτό το θαύμα οι Χριστιανοί ευχαριστούσαν τον Κύριο, ενώ οι Μωαμεθανοί ενόμιζαν ότι ήταν φωτιά και τρομοκρατήθηκαν.

Ο Χριστιανός φύλακας, ο οποίος πήγε να κατεβάσει την κρεμασμένη Αγία, τη βρήκε νεκρή. Στο μεταξύ το φως είχε υποχωρήσει, αλλά παρέμενε σε όλο το χώρο μια άρρητη ευωδία. Ο φύλακας τότε, περιποιήθηκε το ιερό λείψανο της Μάρτυρος, το οποίο την επόμενη μέρα παρέλαβαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν έξω από τη Θεσσαλονίκη. Στο Συναξάρι της Νεομάρτυρος αναφέρεται ότι το σκήνωμα της Αγίας ενταφιάσθηκε «ἔξω τῆς πόλεως, ἐκεῖ ὅπου ἐνταφιάζονται καὶ τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν τὰ λείψανα», δηλαδή στο Κοιμητήριο της Αγίας Παρασκευής.

Ασματική ακολουθία της συνέγραψε ο Χριστόφορος Προδρομίτης.

Ως ημέρα της μνήμης της Νεομάρτυρος αναφέρεται σε Λαυρεωτικό Κώδικα η 1η Ιανουαρίου. Στην Όσσα όμως, η Αγία Κυράννα εορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου. Αιτία αυτής της εορτολογικής μετατοπίσεως ίσως είναι το ότι ο εορτασμός της κατά τις 28 Φεβρουαρίου συχνά συνέπιπτε με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, περίοδο χαρμολύπης, ενώ στις 8 Ιανουαρίου επιπλέον οι κάτοικοι της Όσσας ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο χωριό τους εξαιτίας των εορτών των Χριστουγέννων. Η μνήμη της Αγίας τιμάται πανηγυρικά και από τους Οσσαίους της Θεσσαλονίκης και στο ναό της Αχειροποιήτου κατά τη Κυριακή μετά τις 8 Ιανουαρίου.

Στο χωριό Όσσα, βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Κυράννας, που είναι και πολιούχος της κοινότητας, αφιερωμένος στη μνήμη της νεομάρτυρος Κυράννας. Ο ναός κτίστηκε το 1840 μ.Χ., όπως αναφέρει ο Αστέριος Θηλυκός ή το 1868 μ.Χ. σύμφωνα με επιγραφή κτίσεως. Σε αυτόν φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Αγίας Κυράννας, φιλοτεχνημένη γύρω στο 1870, από τον Χριστόδουλο Ιωάννου Ζωγράφο από την Σιάτιστα.


Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Χαίρε Όσσης ο γόνος και θείον βλάστημα, Παρθενομάρτυς Κυράννα Νύμφη Χριστού του Θεού, η αθλήσασα στερρώς υστέροις έτεσι, και καθελούσα τον εχθρόν, καρτερία σταθε­ρά. Και νυν απαύστως δυσώπει, υπέρ των πίστει τιμώντων, την μακαρίαν σου άθλησιν.

Κοντάκιον
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων.
Παρθενομάρτυς Κυράννα πανάθλιε, νύμφη Χριστοῦ ἀληθῶς καλλιπάρθενε, τοὺς τῇ θερμῇ σου πρεσβείᾳ προστρέχοντας, παντοίων νόσων καὶ θλίψεων λύτρωσαι, καὶ δίδου ἡμῖν χαρὰν ἄληκτον.

Κάθισμα
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Πρεσβείᾳ τῇ σῇ, προστρέχουσα ἑκάστοτε, Κυράννα σεμνή, λαμβάνει τὰ αἰτήματα, Ὄσσα ἡ σὲ βλαστήσασα, καὶ βοᾷ σοι ἀεὶ μετὰ πίστεως· ἐκ συμφορῶν με ἐν βίῳ πικρῶν, ἀπήμαντον Μάρτυς διαφύλαττε.

Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος

Ημ. Εορτής: 29 Φεβρουαρίου
Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς γεννήθηκε στὴν Ρώμη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἐπιφανεῖς, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν νὰ τὸν ἀναθρέψουν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ἡ γνωριμία καὶ ἡ συναναστροφή του, ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία, μὲ Ἁγίους ἀνθρώπους ἐπέδρασε εὐεργετικὰ στὴ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας καὶ τοῦ ὅλου τρόπου ζωῆς του.
Σπούδασε τὴν ἐπιστήμη τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἀστρονομίας καὶ μελέτησε ἰδιαίτερα τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων καὶ τὴν Ἁγία Γραφή.
Ὁ Ὅσιος ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο, γενόμενος μοναχὸς σὲ μία σκήτη καὶ ἐπισκέφθηκε τὰ μοναστήρια τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Θηβαΐδας, τῆς Νιτρίας, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Καππαδοκίας. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει χαρακτηριστικά: «ὁ Ἅγιος μετέβη εἰς διαφόρους τόπους καὶ συνήντησε ἁγίους καὶ γνωστικωτάτους Ὁσίους καὶ τὰς ἀρετὰς ὅλων συναθροίζει εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὡς ἄλλη φιλόπονος μέλισσα, ὥστε καὶ αὐτὸς ἔγινε εἰς τοὺς ἄλλους τύπος καὶ παράδειγμα παντὸς εἴδους ἀρετῆς. Ὅθεν ἀνώτερος τῶν παθῶν γενόμενος καὶ τὸν νοῦν καθαρίσας, ἐγνώρισε τὴν τελείαν κατὰ τῶν παθῶν νίκην».
Στὸν πρῶτο τόμο τῆς Φιλοκαλίας, περιλαμβάνονται δύο λόγοι τοῦ Ὁσίου Κασσιανοῦ, «Πρὸς Κάστορα Ἐπίσκοπον, περὶ τῶν ὀκτὼ τῆς κακίας λογισμῶν, γαστριμαργίας, πορνείας, φιλαργυρίας, ὀργῆς, λύπης, ἀκηδίας, κενοδοξίας καὶ ὑπερηφανείας» καὶ «Πρὸς Λεόντιον ἡγούμενον, περὶ τῶν κατὰ τὴν Σκήτην ἁγίων Πατέρων καὶ λόγος περὶ διακρίσεως», ποὺ δείχνουν τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του καὶ προξενοῦν μεγάλη ὠφέλεια. Ὁ δὲ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος πλέκει δίκαιο ἐγκώμιο στὸν Ὅσιο Κασσιανὸ στὸν περὶ ὑπακοῆς Λόγο του.
Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς σοφίας τὸν λόγον Πάτερ τοῖς ἔργοις σου, ἀσκητικῶς γεωργήσας ὡς οἰκονόμος πιστός, ἀρετῶν μυσταγωγεῖς τὰ κατορθώματα· σὺ γὰρ πράξας εὐσεβῶς, ἐκδιδάσκεις ἀκριβῶς, Κασσιανὲ θεοφόρε, καὶ τῷ Σωτήρι πρεσβεύεις, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Οἱ λόγοι σου σοφέ, οὐρανίου κασσίας, ὀσμὴν πνευματικήν, διαπνέουσι κόσμῳ· φιάλαι γὰρ ὤφθησαν, ἀρωμάτων ὡς γέγραπται, σιαγόνες σου, αἱ ἀναπτύσσουσαι πᾶσι, τὰς ἐν Πνεύματι, πνευματικὰς ἀναβάσεις, Κασσιανὲ Ὅσιε.

Μεγαλυνάριον.
Γνώσεως τῆς θύραθεν μετασχών, ὤφθης κεκρυμμένης, ἐπιστήμης μυσταγωγός, ἧς τὰς ἐπιδόσεις, λόγοις ἡμᾶς παιδεύεις, Κασσιανὲ θεόφρον, Πνεύματος σκήνωμα.

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016 – ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Ο Ἀπόστολος

Προς Κορινθίους Α΄ (στ΄12-20)


Ἀδελφοί, πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. Τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.
Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; Ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο.
Ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; Ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. Φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.
Ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; Ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Ἀδελφοί, ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται ἀλλὰ δὲν συμφέρουν ὅλα. Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ ἀφήσω τὸν ἑαυτόν μου νὰ ἐξουσιασθῇ ἀπὸ τίποτε. Τὰ φαγητὰ εἶναι γιὰ τὴν κοιλιά, καὶ ἡ κοιλιὰ γιὰ τὰ φαγητά· ὁ Θεὸς θὰ καταργήσῃ καὶ αὐτὴν καὶ ἐκεῖνα. Ἀλλὰ τὸ σῶμα δὲν εἶναι διὰ τὴν πορνείαν· εἶναι διὰ τὸν Κύριον καὶ ὁ Κύριος διὰ τὸ σῶμα. Ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἀνέστησε καὶ ἐμᾶς θὰ ἀναστήσῃ διὰ τῆς δυνάμεώς του.
Δὲν ξέρετε ὅτι τὰ σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Νὰ πάρω λοιπὸν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὰ κάνω μέλη πόρνης; Μὴ γένοιτο.
Δὲν ξέρετε ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσκολλᾶται εἰς τὴν πόρνην εἶναι ἕνα σῶμα μὲ αὐτήν; Διότι θὰ γίνουν, λέγει, οἱ δύο μία σάρκα. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ προσκολλᾶται εἰς τὸν Κύριον εἶναι ἕνα πνεῦμα μὲ αὐτόν. Ἀποφεύγετε τὴν πορνείαν. Κάθε ἄλλο ἁμάρτημα ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει πρὸς τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα.
Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι τὸ σῶμά σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶναι μέσα σας, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δὲν ἀνήκετε εἰς τοὺς ἑαυτούς σας; Ἔχετε ἀγορασθῆ ἀντὶ τιμήματος. Δοξάσατε λοιπὸν τὸν Θεὸν διὰ τοῦ σώματός σας καὶ διὰ τοῦ πνεύματός σας, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸν Θεόν.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016 – ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ: Το Ευαγγέλιον

Κατά Λουκάν (ιε΄ 11-32)


Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.
Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ.
Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.
Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.
Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.
Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. Ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν.
Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:



Εἶπεν ὁ Κύριοςτὴν ἑξῆς παραβολή:
«Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς. Καὶ ὁ νεώτερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε εἰς τὸν πατέρα του, «Πατέρα, δός μου τὸ μερίδιον τῆς περιουσίας ποὺ ἀναλογεῖ σ’ ἐμέ». Καὶ ἐμοίρασε εἰς αὐτοὺς τὴν περιουσίαν. Καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ νεώτερος υἱὸς ἐμάζεψε ὅλα καὶ ἐταξείδεψε σὲ μακρυνὴ χώρα καὶ ἐκεῖ ἐσπατάλησε τὴν περιουσίαν του ζῶν βίον ἄσωτον. Ὅταν ἐξώδεψε ὅ,τι εἶχε, ἔγινε μεγάλη πεῖνα εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἄρχισε νὰ στερῆται. Καὶ ἐπῆγε καὶ προσκολλήθηκε εἰς ἕναν ἀπὸ τοὺς πολίτας τῆς χώρας ἐκείνης ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του νὰ βόσκῃ χοίρους. Καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλιά του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι καὶ καὶ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τίποτε.
Τότε συνῆλθε εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ εἶπε, «Πόσοι μισθωτοὶ ἐργάται τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἀρκετὴν τροφὴν καὶ τοὺς περισσεύει, ἐνῷ ἐγὼ χάνομαι ἀπὸ τὴν πεῖνα! Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω εἰς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ, Πατέρα ἁμάρτησα κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνώπιόν σου, δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι υἱός σου. Κάνε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς ἐργάτας σου».
Καὶ ἐσηκώθηκε καὶ ἦλθε εἰς τὸν πατέρα του. Ἐνῷ δὲ ἦτο ἀκόμη μακρυά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του καὶ τὸν σπλαγχνίσθηκε καὶ ἔτρεξε καὶ ἔπεσε εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ τὸν κατεφίλησε. Τοῦ εἶπε δὲ ὁ υἱός, «Πατέρα, ἁμάρτησα κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνώπιόν σου καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι υἱός σου». Ἀλλ’ ὁ πατέρας εἶπε εἰς τοὺς δούλους του, «Βγάλετε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ντύσατέ τον καὶ δῶστε του δακτυλίδι γιὰ τὸ δάκτυλό του καὶ ὑποδήματα γιὰ τὰ πόδια του, καὶ φέρετε τὸ θρεμμένο μοσχάρι καὶ σφάξατέ το καὶ ἂς φᾶμε καὶ ἂς εὐφρανθοῦμε διότι ὁ υἱὸς μου αὐτὸς ἤτανε νεκρὸς καὶ ἀνέζησε, ἤτανε χαμένος καὶ εὑρέθηκε». Καὶ ἄρχισαν νὰ εὐφραίνωνται.
Ὁ υἱός του ὅμως ὁ μεγαλύτερος ἤτανε στὸ χωράφι καὶ ὅταν ἐπέστρεφε, καθὼς ἐπλησίασε εἰς τὸ σπίτι, ἄκουσε μουσικὴν καὶ χορούς. Ἐκάλεσε τότε ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἐρώτησε τί ἐσήμαιναν αὐτά. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε, «Ἦλθε ὁ ἀδελφός σου, καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ θρεμμένο μοσχάρι, διότι τὸν ἀπέκτησε πάλιν ὑγιαίνοντα». Αὐτὸς ὅμως ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπῇ. Ὁ πατέρας του ἐβγῆκε ἔξω καὶ τὸν παρακαλοῦσε, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεκρίθη εἰς τὸν πατέρα του, «Τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καὶ ποτὲ δὲν παρέβηκα ἐντολήν σου, σ’ ἐμὲ ὅμως ποτὲ δὲν ἔδωκες οὔτε ἕνα κατσίκι, διὰ νὰ διασκεδάσω μὲ τοὺς φίλους μου. Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ υἱός σου αὐτός, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσία σου μὲ πόρνες, ἔσφαξες γι’ αὐτὸν τὸ θρεμμένο μοσχάρι».
Ὁ πατέρας τοῦ εἶπε, «Παιδί μου, σὺ εἶσαι πάντοτε μαζί μου καὶ ὅ,τι ἔχω εἶναι δικό σου. Ἔπρεπε νὰ εὐφρανθοῦμε καὶ νὰ χαροῦμε διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτὸς ἤτανε νεκρὸς καὶ ἀνέζησε· χαμένος ἤτανε καὶ εὑρέθηκε».

Κυριακή του Ασώτου


Τύπος εορτής: Με βάση το Πάσχα.
Εορτάζει 63 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα.

Η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην πολύ διδακτική παραβολή του ασώτου υιού (Λουκ.15,13-32). Η παραβολή ομιλεί για ένα πλούσιο νέο ο όποιος άσωτα κατασπατάλησε την περιουσία του σε χώρα μακρινή και στο τέλος κατάντησε να βόσκει χοίρους. Τότε μετανόησε και επέστρεψε στον πατέρα του, που τον δέχθηκε με άπειρη αγάπη και στοργή.

Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής: «Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». (Λουκ. 15, 11 - 32)

Απόδοση: «Υπήρχε κάποιος πατέρας που είχε δυο γιους. Ο δεύτερος, κάποια στιγμή, ζήτησε το μερίδιο της κληρονομιάς του και έφυγε σε μακρινές χώρες, όπου σπατάλησε την περιουσία του σε ασωτίες. Τα χρήματα κάποτε τελείωσαν και στην περιοχή έπεσε μέγας λιμός. Αναγκάστηκε να γίνει χοιροβοσκός και να προσπαθεί να χορτάσει από τις βρωμερές και ευτελείς τροφές των χοίρων. Μέσα στη δίνη του θυμήθηκε την αρχοντική ζωή στο πατρικό σπίτι. Θυμήθηκε πως ακόμα και οι δούλοι του πατέρα του ζούσαν ασύγκριτα καλλίτερη ζωή από τη δική του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση να γυρίσει στο σπίτι του και να ζητήσει από τον πατέρα του να τον συγχωρήσει και να τον προσλάβει ως δούλο του. Όμως ο στοργικός πατέρας του τον δέχτηκε ως γιο του και τον περιποιήθηκε δεόντως, παρά τις διαμαρτυρίες του μεγάλου γιου του, διότι «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη».

Η παραβολή είναι ανεξάντλητη σε νοήματα, αφού, όπως λέγεται, ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας ευρίσκεται μέσα σ' αυτή. Το βαθύτερο νόημα της παραβολής είναι τετραπλό:
α. Η απελπιστική κατάσταση στην οποία φθάνει ο αμαρτωλός.
β. Η ανάγκη μετανοίας και τα σωτήρια αποτελέσματα της.
γ. Το μέγεθος της θείας Ευσπλαχνίας στην οποία μπορούν να στηρίζονται και οι πλέον αμαρτωλοί, ώστε να μη φθάνουν ποτέ στην απελπισία. Κανένα αμάρτημα, όσο μεγάλο κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη φιλάνθρωπη γνώμη του Θεού και
δ. Η αποφυγή του αισθήματος της αυτάρκειας του δικαιωμένου, όπως θεωρούσε τον εαυτό του ο πρεσβύτερος υιός.

Εάν λοιπόν συναισθανθούμε την πραγματική πνευματική μας κατάσταση και με ειλικρίνεια ομολογήσουμε τα λάθη μας και την κατασπατάληση των ταλάντων πού μας χάρισε ο Θεός, θα καταλάβουμε ότι αυτή την Κυριακή όλοι μας εορτάζουμε και όλοι, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε άσωτοι υιοί, απομακρυνθέντες από τον «Οίκον του Ουρανίου Πατρός μας».

Κοντάκιον
Ἦχος γ’.
Τῆς πατρῴας δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι τὴν τοῦ Ἀσώτου, φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου, Πάτερ οἰκτίρμον· δέξαι με μετανοοῦντα, καὶ ποίησόν με, ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ὁ Ὅσιος Προκόπιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Δεκαπολίτης


Ημ. Εορτής: 27 Φεβρουαρίου

Ὁ Ὅσιος Προκόπιος ὁ Δεκαπολίτης ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717 – 741 μ.Χ.) καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν πνευματικὴ γενναιότητά του ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂν καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχισμό, δὲν ἔμεινε στὴν ἀπομόνωση τοῦ κελιοῦ του, ἀλλὰ ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν εἰκονομάχων. Γι’ αὐτὸ ὑπέστη πολλὰ βασανιστήρια, μαστιγώσεις, φυλακὲς καὶ ἐξορίες. Διακρίθηκε, ἐπίσης, στὸν ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν.
Ὁ Ἅγιος Προκόπιος φαίνεται ὅτι λίγο μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του κοιμήθηκε, ἐνῷ κατ’ ἄλλους ὑπέμεινε μαρτυρικὸ θάνατο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φερωνύμως προκόπτων ἐν ἀσκήσει Προκόπιε, ἤρθης ἐκ δυνάμεως Πάτερ, πρὸς ἀθλήσεως ἔλλαμψιν· Χρίστου γὰρ τὴν Εἰκόνα προσκυνῶν, Μαρτύρων ἀνεδείχθης κοινωνός· μεθ’ ὧν πρέσβευε παμμάκαρ διαπαντός, ὑπὲρ τῶν ἐκβοώντων σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνερνοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐωσφόρον σήμερον ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη ἅπασαν, κακοδοξίας τὴν ἀχλύν, διασκεδάζει τιμῶσά σε, οὐρανομύστα, Προκόπιε ἔνδοξε.

Μεγαλυνάριον.
Θείας ὑπαλείπτην σε προκοπῆς, καὶ ὁμολογίας, θεηγόρου ὑφηγητήν, Πάτερ εὖ εἰδότες, τοὺς πόνους σου τιμῶμεν, δι’ ὧν καταπυρσεύεις, ἡμᾶς Προκόπιε.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος Ἐπίσκοπος Γάζης


Ημ. Εορτής: 26 Φεβρουαρίου

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε καὶ γονεῖς καὶ πλούτη, στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀρκαδίου καὶ Ὀνωρίου, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο ποὺ ἦταν τότε μεγάλο μοναστικὸ κέντρο καὶ ἔγινε μοναχὸς σὲ σκήτη. Μετὰ πενταετὴ διαμονὴ ἦλθε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κήρυσσε στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἕλληνες τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἀσθένησε σοβαρὰ ἀπὸ κίρρωση τοῦ ἥπατος, ἀλλὰ παρὰ τὴν ἀσθένειά του δὲν παρέλειπε καθημερινὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὸ Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ προσκυνήματα, προκαλώντας τὸν θαυμασμὸ τῶν ἄλλων προσκυνητῶν. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ μετέπειτα βιογράφος τοῦ Πορφυρίου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεταβεῖ, ἐπίσης, γιὰ προσκύνημα ἀπὸ τὴν Ἀσία στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ τότε συνδέθηκαν διὰ βίου. Ὁ Μᾶρκος ἀποδείχθηκε πιστὸς καὶ χρήσιμος συνεργάτης του, ἀνέλαβε μάλιστα νὰ τακτοποιήσει μία σοβαρὴ ἐκκρεμότητα ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Πορφύριος, τὸν καταμερισμὸ δηλαδὴ τῆς οἰκογενειακῆς περιουσίας του μὲ τὰ ἐνήλικα πλέον ἀδέλφια του. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀπουσίας τοῦ Μάρκου στὴ Θεσσαλονίκη, ἡ ὑγεία τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου ἀποκαταστάθηκε θαυματουργικά, κατόπιν ὁράματος τῆς σταυρώσεως τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ. Ὁ Μᾶρκος διεκπεραίωσε τὴν ὑπόθεση μὲ τὸν καλύτερο τρόπο καὶ ἐπέστρεψε μὲ τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας, ὕψους 4.400 νομισμάτων καὶ μὲ πλῆθος ἀργυρῶν σκευῶν καὶ πολύτιμων ἐνδυμάτων, τὰ ὁποία σύντομα ἐκποίησε καὶ μοίρασε στοὺς πτωχοὺς καὶ στὰ μοναστήρια τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Αἰγύπτου, τὰ ὁποία ἦταν πολὺ πτωχά.
Ἐκεῖ χειροτονήθηκε, τὸ ἔτος 392 μ.Χ., Πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη Β’ (386 – 417 μ.Χ.). Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου Γάζης Αἰνείου, τὸ 395 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς Γάζης καὶ χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Ἰωάννη. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα, ὁδήγησε καὶ πολλοὺς εἰδωλολάτρες καὶ αἱρετικοὺς στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία.
Γιὰ νὰ προστατεύσει ὁ Ἅγιος τὸ ποίμνιό του ἀπὸ τὶς ἀδικίες τῶν Ἐθνικῶν καὶ τῶν ἀρχόντων, δὲν δίστασε νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ ζητήσει τὴν συνδρομὴ τῶν αὐτοκρατόρων Ἀρκαδίου (395 – 408 μ.Χ.) καὶ Εὐδοξίας. Ἐκεῖ συνάντησε καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος τὸν συνέστησε στὸν Ἀμάντιο τὸν κουβικουλάριο καὶ στοὺς βασιλεῖς καὶ στήριξε μὲ θέρμη τὸ αἴτημά του νὰ καταστήσει γνωστὴ στοὺς βασιλεῖς τὴν τυραννία τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων ποὺ καταπίεζαν τὸν λαό. Παρὰ τὶς ἀρχικές του ἀντιδράσεις ὁ βασιλέας ἐπείσθη καὶ χορήγησε στὸν Ἅγιο Πορφύριο βασιλικὸ διάταγμα μὲ τὸ ὁποῖο περιόριζε τὴν δράση τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν καὶ μὲ βασιλικὴ χορηγία ἀνήγειρε ἐκκλησίες ἐκεῖ ὅπου προηγουμένως βρίσκονταν εἰδωλολατρικοὶ ναοί. Κατάφερε δὲ ὁ Ἅγιος τὰ κατεδαφιστεῖ τὸ Μαρνεῖον, ὁ περίφημος ναὸς τῶν Ἐθνικῶν Γαζαίων, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ τὸ ἔτος 129 μ.Χ. Στὴν θέση του ἀνοικοδομήθηκε περικαλλὴς ναὸς μὲ χορηγία τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας, ἡ ὁποία ἀπέστειλε γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ στὴν Γάζα τὸν Ἀντιοχέα ἀρχιτέκτονα Ρουφίνο. Ὁ ναὸς αὐτός, ποὺ ὀνομάστηκε Εὐδοξιανός, εἶχε 32 μεγάλους κίονες ἀπὸ καρυστινὸ μάρμαρο καὶ τὰ ἐγκαίνιά του ἔγιναν τὸ Πάσχα τοῦ 407 μ.Χ.
 Κατὰ τὰ μετέπειτα ἔτη ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἐργάστηκε γιὰ τὴν συγκρότηση τῆς Ἐπισκοπῆς του. Μὲ ζωηρὰ χρώματα διασώζει ὁ βιογράφος του Μᾶρκος, τὴν φιλανθρωπικὴ καὶ ἱεραποστολική του δράση. Τὸ ἔτος 415 μ.Χ. ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Διοσπόλεως, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἰωάννου Β’. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἀσχολήθηκε μὲ τὸν θεολόγο Πελάγιο, ὁ ὁποῖος εἶχε καταφύγει στὰ Ἱεροσόλυμα κοντὰ στὸν Ἰωάννη, μετὰ τὴν σύγκρουση ποὺ εἶχε στὴν Ἀφρικὴ μὲ τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο, Ἐπίσκοπο Ἱππῶνος († 15 Ἰουνίου) γιὰ τὰ θέματα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ τῆς θείας χάριτος. Στὴ Σύνοδο αὐτὴ ὁ Πελάγιος ἀθωώθηκε, ἀφοῦ ἀποδέχθηκε τὴ βασικὴ διδασκαλία, ὅτι ἡ θεία Χάρη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Ἅγιος ἀναπαύθηκε τὸ ἔτος 420 μ.Χ. μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, σὲ ἡλικία 72 ἐτῶν, «τὸν καλὸν ἀγῶνα τετελεκῶς πρὸς τοὺς εἰδωλομανεῖς ἕως τῆς ἡμέρας τῆς κοιμήσεως αὐτοῦ».


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Πορφυραυγέσιν ἀρετῶν λαμπηδόσι, καταλαμπρύνας σεαυτὸν Ἱεράρχα, καθάπερ φῶς ἐξέλαμψας Πορφύριε σοφέ· λόγοις γὰρ καὶ θαύμασιν, ἀληθῶς διαπρέψας πᾶσιν ἐβεβαίωσας, εὐσέβειας τὴν χάριν· καὶ νῦν Χριστῷ ἀΰλως λειτουργῶν, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, μὴ παύσῃ δεόμενος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ἱερωτάτοις σου τρόποις κοσμούμενος, ἱερωσύνης στολῇ κατηγλάϊσαι, παμμάκαρ θεόφρον Πορφύριε, καὶ ἰαμάτων ἐμπρέπεις δυνάμεσι, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς Θεσσαλονίκης σεπτὸς βλαστός, καὶ Γαζαίων θεῖος, Ποιμενάρχης καὶ ὁδηγός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, νυμφαγωγὸς ἐδείχθης, Πορφύριε τρισμάκαρ, σώζων τοὺς δούλους σου.

Ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Μεγαλομάρτυς ἡ Σαμαρείτιδα


Ημ. Εορτής: 26 Φεβρουαρίου

Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Φωτεινὴ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σαμαρειτικὴ πόλη Σιχάρ. Τὶς πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν Ἁγία τὶς βρίσκουμε στὸ Δ’ κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγελίου.
Κάθε μεσημέρι πήγαινε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸ πηγάδι τὸ λεγόμενο τοῦ Ἰακώβ, καὶ γέμιζε τὴν στάμνα της. Ἐκεῖ, μία ἡμέρα, συνάντησε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος φανέρωσε σὲ αὐτὴν ὅλη τὴ ζωή της. Ὁ Κύριος εἶπε στὴν Ἁγία, ὅτι Αὐτὸς εἶναι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», δηλαδὴ ἡ ἀστείρευτη πηγὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ «πνευμνατικὸ ὕδωρ» ἔδωσε ὁ Κύριος στὴ Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία βαπτίσθηκε Χριστιανὴ μεταξὺ τῶν πρώτων γυναικῶν τῆς Σαμάρειας καὶ ὀνομάσθηκε Φωτεινή.
Ἀπὸ τότε ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό της στὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Ἀφρικὴ καὶ στὴ Ρώμη. Ἐκεῖ ἔλαβε καὶ μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Νέρωνα (54 – 68 μ.Χ.), ὅταν αὐτὸς ἔμαθε ὅτι ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἔκανε Χριστιανὲς τὴν θυγατέρα του Δομνίνα καὶ μερικὲς δοῦλες της.
Μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Φωτεινὴ μαρτύρησαν οἱ υἱοί της καὶ οἱ πέντε ἀδελφές της.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ συνομίλησας ἐπὶ τῷ φρέαρ σεμνή, καὶ πίστιν εἰσδέδεξαι, τὴν πρὸς αὐτὸν ἀκλινῶς, Φωτεινὴ Ἰσαπόστολε· ὅθεν τῆς εὐσεβείας, ἐφαπλοῦσα τὸ φέγγος, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, σὺν υἱοῖς καὶ συγγόνοις· μεθ’ ὧν ἀπαύστως πρέσβευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.
 
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν πηγὴν δεξαμενὴ τῆς σοφίας καὶ χάριτος, ἐκ χειλέων Κυρίου Φωτεινὴ Ἰσαπόστολε, νομίμως ἠγωνίσω πανοικεῖ, καὶ νέμεις φωτισμὸν παρὰ Θεοῦ, τοῖς προστρέχουσι τῇ σκέπῃ σου τῇ σεπτῇ, καὶ εὐλαβῶς βοώσί σου. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, χάριν ἡμῖν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ τῆς πίστεως, τὸ φῶς ἐδέξω, καὶ αὐτοῦ ἐκήρυξας, τὴν παρουσίαν ἐν σαρκί, ὦ Φωτεινὴ Ἰσαπόστολε, καὶ μαρτυρίου, ἀγῶσι διέλαμψας.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἰσαπόστολε Φωτεινή, ἡ ζωῆς τὸ ὕδωρ, δεξαμένη παρὰ Χριστοῦ· χαίροις ἡ ἐν Ῥώμῃ, ἀθλήσασα ἀνδρείως, σὺν πᾶσι τοῖς οἰκείοις, Χριστὸς δοξάσασα.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Ὁ Ἅγιος Ταράσιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως


Ημ. Εορτής: 25 Φεβρουαρίου

Ὁ Ἅγιος Ταράσιος γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ ἐκπαιδεύθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς, τὸν Γεώργιο, κριτὴ καὶ πατρίκιο καὶ τὴν Εὐκρατία. Λόγω τῆς μεγάλης του μορφώσεως ἀνυψώθηκε στὸ ἀξίωμα τοῦ πρωτασηκρίτου.
Οἱ ἐκκλησιαστικὲς περιστάσεις τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἀρκετὰ σοβαρές. Ὑπῆρχε ἀκόμα ὁ πόλεμος τῶν εἰκονομάχων, ἡ δὲ θέση τῶν Ὀρθοδόξων ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσκολη διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Πατριάρχου Παύλου Δ’ τοῦ Κυπρίου (780 – 781 μ.Χ.). Ἡ βασίλισσα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία, ἡ ὁποία ἐπιτρόπευε τὸν ἀνήλικο υἱό της Κωνσταντῖνο ΣΤ’ (780 – 798 μ.Χ.), κατανόησε, ὅτι χρειαζόταν ἐκκλησιαστικὸς ἡγέτης μὲ εὐσέβεια, θεολογικὴ κατάρτιση καὶ διοικητικὴ ἱκανότητα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς περιστάσεις καὶ τὰ προβλήματα. Ἔτσι ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ὁ Ἅγιος Ταράσιος παρὰ τὶς ἐπίμονες ἀρνήσεις του, ἀφοῦ ἔλαβε ὑπόσχεση ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ὅτι θὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσει τὰ διάφορα θεολογικὰ ζητήματα καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα. Ἡ χειροτονία τοῦ νέου Πατριάρχου ἔγινε στὶς 25 Δεκεμβρίου 784 μ.Χ.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πατριαρχίας του ὁ Ἅγιος μερίμνησε γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μὲ τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία ἐπὶ Πάπα Ἀδριανοῦ Α’ (771 – 795 μ.Χ.) καὶ τὴν σύγκλιση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ ἔτος 787 μ.Χ., στὴ Νίκαια, ἡ ὁποία καταδίκασε τοὺς εἰκονομάχους καὶ ἀκύρωσε τὴν εἰκονομαχικὴ Σύνοδο τοῦ ἔτους 754 μ.Χ. θέτοντας ὡς βάση τοῦ δογματικοῦ καθορισμοῦ τὰ σχετικὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ († 4 Δεκμβρίου). Ἡ ὄγδοη συνεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὰ ἀνάκτορα, ὅπου οἱ βασιλεῖς Εἰρήνη καὶ Κωνσταντῖνος ὑπέγραψαν τοὺς Ὅρους τῆς Συνόδου.
Στὴν εὐσέβεια καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος τοῦ Ἁγίου ὀφείλεται καὶ ἡ μέριμνα ποὺ ἔλαβε ἡ Ἐκκλησία κατὰ τῆς σιμωνίας, τοῦ χρηματισμοῦ δηλαδὴ γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων καὶ ἰδιαίτερα τῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων. Παράλληλα ὁ Ἅγιος ἀνέπτυξε πλούσια φιλανθρωπικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη του πρὸς τοὺς πτωχούς.
Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν μοναχισμὸ ἐκφράστηκε καὶ μὲ τὴν ἵδρυση Μονῆς στὸ στενὸ τοῦ Βοσπόρου, στὴν ὁποία καὶ ἐνταφιάσθηκε μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του τὴν Τετάρτη τῆς Α’ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, τὸ ἔτος 806 μ.Χ. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Α’ ὁ Ραγκαβὲς (811 – 813 μ.Χ.) τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους 813 μ.Χ. ἐνέδυσε τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου μὲ ἄργυρο, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι καὶ αὐτὸς καὶ ἡ βασίλισσα Προκοπία τὸν σεβασμό τους πρὸς τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ταρασίου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Βίου ὀρθότητι, καλλωπιζόμενος, φωστὴρ ὑπέρλαμπρος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καὶ τὴν Εἰκόνα τοῦ Χρίστου, Συνόδῳ ἐν τῇ Ἑβδόμῃ, προσκυνεῖν ἐκήρυξας, ὀρθοδόξως μακάριε, στῦλος καὶ ἑδραίωμα, Ἐκκλησίας γενόμενος· διὸ τοὺς σοὺς ἀγῶνας γεραίρει, Πάτερ Ἱεράρχα Ταράσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὀρθοδόξοις δόγμασι, τὴν Ἐκκλησίαν φαιδρύνας, καὶ Χριστοῦ μακάριε, τὴν σεβασμίαν Εἰκόνα, σέβεσθαι, καὶ προσκυνεῖσθαι πᾶσι διδάξας, ἤλεγξας, Εἰκονομάχων ἄθεον δόγμα· διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· χαίροις ὦ Πάτερ σοφὲ Ταράσιε.
 
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὤσπερ μέγας ἥλιος, ταῖς τῶν δογμάτων, καὶ θαῦμα, τῶν λάμψεσι, φωταγωγεῖς διαπαντός, τῆς οἰκουμένης τὸ πλήρωμα, οὐρανομύστα, παμμάκαρ Ταράσιε.

Μεγαλυνάριον.
Τύπων καλῶν ἔργων δι’ ἀρετῆς, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, παραστήσας Πάτερ σαυτόν, τοῦ Χριστοῦ τὸν τύπον, ἐν ἱεραῖς Εἰκόσιν, ἐδίδαξας τιμᾶσθαι, ὀρθῶς Ταράσιε.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Εὕρεσις Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη


Ημ. Εορτής: 24 Φεβρουαρίου

Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρώδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δύο μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό.
Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου ὑπάρχουν καὶ ἄλλες ἀντιφατικὲς παραδόσεις. Κατ’ ἄλλη ἐκδοχὴ ἡ τίμια κάρα εὑρέθηκε στὴν Ἔμεσα τὸ ἔτος 458 μ.Χ., ἐπὶ βασιλέως Λέοντος Α’ (457 – 474 μ.Χ.), ἐνῷ ἄλλοι δέχονται ὅτι αὐτὴ εὑρέθηκε τὸ ἔτος 760 μ.Χ. καὶ μεταφέρθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἔμεσα. Ἀπὸ ἐκεῖ μετακομίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ βασιλείας Μιχαὴλ Γ’ (842 – 867 μ.Χ.) καὶ πατριαρχίας Ἰγνατίου.
Περὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Τιμίου Προδρόμου βρίσκουμε εἰδήσεις καὶ σὲ διάφορους χρονογράφους. Ὁ Ζωναρᾶς ἀναφέρει ὅτι τὸ ἔτος 968 μ.Χ. ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς βρῆκε στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας «βόστρυχον τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου αἵματι περφυμένον», ποὺ μετακόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη. Πέντε δὲ χρόνια νωρίτερα, κόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴ Βέροια τῆς Συρίας, περὶ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 963 μ.Χ., μέρος τοῦ ἱματίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σύμφωνα μὲ ἄλλη μαρτυρία ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς βρῆκε στὴν Κρήτη «τὸ ἔνδυμα τοῦ Προφήτου ἐκ τριχῶν καμήλου τυγχάνον καὶ περὶ τὸν τράχηλον ἠμαγμένον».
Ἡ Σύναξη τῆς εὑρέσεως τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἐτελεῖτο στὸ Προφητεῖο του, ποὺ βρισκόταν στὴν τοποθεσία τὴν ὀνομαζόμενη Φωρακίου.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ἀνατείλασα, ἡ τοῦ Προδρόμου Κεφαλή, ἀκτῖνας ἀφίησι, τῆς ἀφθαρσίας πιστοῖς τῶν ἰάσεων· ἄνωθεν συναθροίζει, τὴν πληθὺν τῶν Ἀγγέλων, κάτωθεν συγκαλεῖται, τῶν ἀνθρώπων τὰ γένη, ὁμόφωνον ἀναπέμψαι, δόξαν Χριστῷ τῷ Θεῷ.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Προφῆτα Θεοῦ, καὶ Πρόδρομε τῆς χάριτος, τὴν Κάραν τὴν σήν, ὡς ῥόδον ἱερώτατον, ἐκ τῆς γῆς εὑράμενοι, τὰς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν, καὶ γὰρ πάλιν ὡς πρότερον, τῷ κόσμῳ κηρύττεις τὴν μετάνοιαν.

Μεγαλυνάριον.
Ὤσπερ μυροθήκη πνευματική, ἐκ γῆς ἀνεφάνη, σοῦ ἡ πάντιμος Κεφαλή, Βαπτιστὰ Κυρίου, καὶ κόσμον κατευφραίνει, τῆς ἡδυπνόου δόξης ταῖς διαδόσεσι.

Ὁ Ὅσιος Ἔρασμος ἐκ Ρωσίας


Ημ. Εορτής: 24 Φεβρουαρίου

Ὁ Ὅσιος Ἔρασμος γεννήθηκε στὴ Ρωσία ἀπὸ πλούσιους καὶ ἐπιφανεῖς γονεῖς. Ὅταν, μία μέρα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἄκουσε τὸν διάκονο νὰ προσεύχεται γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου, διέθεσε ὁλόκληρη τὴν περιουσία του γιὰ τὴν εὐπρέπιση τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Σπηλαίων τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ἔπειτα ἔγινε καὶ ὁ ἴδιος μοναχὸς ἐκεῖ καὶ ἄρχιζε νὰ στολίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅμως ὁ διάβολος ἔστησε μία ὀλέθρια παγίδα στὸν Ὅσιο. Ὅταν πιὰ ὅλα τὰ πλούτη του εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Παναγίας, ὁ μακάριος Ἔρασμος σκέφθηκε ὅτι μάταια τὰ ξόδεψε γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰ μοιράσει στοὺς πτωχούς. Ὁ Ὅσιος δὲν κατάλαβε πὼς οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἦταν πειρασμικοί. Ἔπεσε σὲ ἀθυμία καὶ ἀπόγνωση. Οὔτε οἱ προσπάθειες τοῦ ἡγουμένου, οὔτε ἡ συμπαράσταση καὶ οἱ συμβουλὲς τῶν ἀδελφῶν στάθηκαν ἱκανὲς νὰ τὸν βοηθήσουν καὶ νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀπρόσεκτα γιὰ μοναχό. Σπαταλοῦσε τὸν χρόνο τοῦ μοναχικοῦ βίου του ἄσκοπα, χωρὶς πνευματικὸ ἀγῶνα, χωρὶς προσευχή, χωρὶς ὑπακοή, βυθισμένος στὴν ψυχόλεθρη ἀκηδία καὶ τὴν ἀμέλεια.
Ὅταν εἶδαν οἱ πατέρες ὅτι τὰ λόγια τους ὄχι μόνο δὲν τὸν ὠφελοῦσαν, ἀλλὰ τὸν ἐρέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πιὰ νὰ τοῦ μιλοῦν καὶ ἄρχισαν νά προσεύχονται. Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος δὲν ἄφησε νὰ πᾶνε χαμένοι οἱ προηγούμενοι κόποι καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ δούλου Του. Παρεχώρησε, λοιπόν, νὰ ἀσθενήσει. Ὁ Ὅσιος ἔφθασε στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου. Γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες ἦταν ἀναίσθητος, μὴν μπορώντας νὰ πάρει τροφὴ ἢ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ κανένα. Τὴν ὄγδοη ἡμέρα ὁ ἡγούμενος κάλεσε ὅλη τὴν ἀδελφότητα γύρω στὴν κλίνη του. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὅμως, ὁ ἑτοιμοθάνατος Ἔρασμος, συνῆλθε, ἀνασηκώθηκε, κάθισε στὸ κρεβάτι καὶ εἶπε πρὸς τοὺς πατέρες: «Ἀδελφοί, εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἔζησα ράθυμα. Ὁ θάνατος μὲ βρῆκε ἀμετανόητο. Ἐνῷ ὅμως ὁ διάβολος μὲ χαρὰ περίμενε τὸ τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οἱ Ὅσιοι Πατέρες μας Ἀντώνιος καὶ Θεοδόσιος καὶ μοῦ εἶπαν ὅτι προσευχήθηκαν γιὰ μένα στὸν Κύριο. Καὶ Ἐκεῖνος, σὰν πολυεύσπλαχνος, μοῦ χάρισε καιρὸ μετανοίας. Μετὰ εἶδα καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε ὅτι, ἐπειδὴ στόλισα τὴν Ἐκκλησία της καὶ τὴν πλούτισα μὲ ὡραῖες εἰκόνες καὶ πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε γιὰ μένα στὸν Υἱό της καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ μὲ πάρει κοντά της, ἐπειδὴ ἀγάπησα τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου αὐτῆς».
Ἔτσι, μετὰ τρεῖς ἡμέρες ὁ Ὅσιος Ἔρασμος, τὸ ἔτος 1160, κοιμήθηκε εἰρηνικά.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗ


Παρακλητικός κανών εις τον Αρχάγγελον Μιχαήλ προστάτη της Σύμης κ πάσης Δωδεκανήσου
Ευλογήσαντος του Ιερέως, λέγομεν
ημείς τον ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
ΨΑΛΜΟΣ 142ος

Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου˙ εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς, ως νεκρούς αιώνος, και ηκηδίασεν επ’ εμέ το πνεύμά μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείράς μου˙ η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμά μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωΐ το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν ή πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον˙ δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ο Θεός μου. Το Πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία˙ ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλός σου ειμί.
Είτα ψάλλομεν˙
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν˙ ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Εξομολογείσθε τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν˙ ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχ. β’. Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν˙ ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν˙ ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Και είτα τα παρόντα Τροπάρια.
Ήχος δ’. Τη Θεοτόκω εκτενώς.
Του Ταξιάρχου τω Ναώ νυν προσήλθομεν εν ευλαβεία οι πιστοί και προσπίπτομεν προ της Εικόνος της θαυματουργού κράζοντες και λέγοντες, Αρχιστράτηγε θείε, πρόφθασον και λύτρωσαι από πάσης ανάγκης ημάς και πάντας, Άρχον Μιχαήλ, τους προσδραμόντας πιστώς τη ση χάριτι.
Δόξα. Και νύν. Θεοτοκίον.
Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν εν μετανοία κράζοντες εκ βάθους ψυχής˙ Δέσποινα, βοήθησον, εφ’ ημάς σπλαγχνισθείσα˙ σπεύσον απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων˙ μη αποστρέψεις σους δούλους κενούς˙ σε γαρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα.
Είτα επισυνάπτομεν τον Ν’ Ψαλμόν˙
ΨΑΛΜΟΣ Ν 50ος
Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου˙ Επί πλείον πλύνόν με από της ανομίας μου, και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστί δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον, και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας˙ τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι˙ πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην˙ αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου, και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαί με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου˙ αγαλλιάσεται η γλώσσά μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν˙ ολοκαυτώματα ούκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον˙ καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ούκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Είτα αρχόμεθα του Κανόνος, ου η Ακροστιχίς˙
Θερμώς Μιχαήλ αιτούμαι την χάριν σου, Φ(ιλαρέτου).
Ωδή α’.
Ήχος πλ. δ’. Υγράν διοδεύσας.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Θεού του Υψίστου τον Λειτουργόν υμνώ και γεραίρω˙ και αιτούμαι ως βοηθόν εις πάσαν του βίου τρικυμίαν τον Μιχαήλ των Αγγέλων τον πρόμαχον.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Ελθών ως ικέτης σου ταπεινός τη σεπτή Μονή σου Πανορμίτου, ώ Μιχαήλ, προσπίπτω τη θεία σου Εικόνι ευχαριστώ σοι θερμώς, Αρχιστράτηγε.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Ροής των δακρύων μου, Μιχαήλ, δέχθητι ασμένως και καρδίας μου συντριβήν παρέχων μοι αύθις την υγείαν και σωτηρίαν ψυχής, ώ Πρωτάγγελε.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Θεοτοκίον.
Μεγίστοις υπάρχων εν πειρασμοίς προς σε καταφεύγω σωτηρίαν επιζητών, ώ Μήτερ του Λόγου και Παρθένε, των δυσχερών και δεινών με διάσωσον.
Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Ως προστάτην και σκέπην διηνεκώς κέκτημαι σε τον Ταξιάρχην Κυρίου και Μεγαλόχαρον˙ όθεν εκ τούτου θερμώς τη θεία ταύτη Μονή σου σήμερον προσέρχομαι χάριν αιτούμενος.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Συνεχόμενος φόβω και συντριβή ένδοθεν ως εν αμαρτίαις βιώσας, θείε Αρχάγγελε, και δια τούτο δεινώς ταλαιπωρούμαι ο τάλας˙ όθεν συ με λύτρωσαι τη μεσιτεία σου.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Μιχαήλ Πανορμίτα, των ευσεβών πρόμαχε και των ασθενούντων ο ρύστης ως τάχος πρόφθασον˙ και διαφύλαξον νυν εκ πειρασμών και κινδύνων πάντας τους προστρέχοντας τη θεία σκέπη σου.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Θεοτοκίον.
Ικετεύω Παρθένε, τον ψυχικόν τάραχον και της αθυμίας την ζάλην διασκεδάσαι μου˙ συ γαρ, Θεόνυμφε, τον αρχηγόν της γαλήνης, τον Χριστόν εκύησας, μόνη Πανάχραντε.
Διάσωσον, ώ Ταξιάρχα, ημάς εκ παντός κινδύνου και ασφάλισον σην Μονήν και Νήσον εκ θλίψεων˙ Σε έχομεν κραταιόν γαρ Προστάτην.
Επίβλεψον εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Είτα μνημονεύει ο Ιερεύς, δι’ ούς η Παράκλησις γίνεται, και ψάλλομεν
το Κύριε ελέησον ιβ’.
Ο Ιερεύς: Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός…
Και ευθύς, το Κάθισμα.
Ήχος β’. Πρεσβεία θερμή
Θεού λειτουργέ, Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, Πανόρμου Μονής προστάτα και υπέρμαχε εκτενώς βοώμέν σοι˙ σπεύσον ώδε και ίασαι τους ασθενούντας οικτρώς αδελφούς και πάντας χαρίτωσον, θειότατε.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι. Και νυν και αεί
και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Θεοτοκίον.
Πρεσβεία θερμή και τείχος απροσμάχητον, ελέους πηγή, του κόσμου καταφύγιον, εκτενώς βοώμέν σοι˙ Θεοτόκε Δέσποινα, πρόφθασον και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς, η μόνη ταχέως προστατεύουσα.
Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Χαριστήριον αίνεσιν μετά ευλαβείας νυν αναμέλπω σοι, ώ τρισμέγιστε Αρχάγγελε, λυτρωθείς εκ πάντων των μισούντων με.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Απαλλάξας τον δείλαιον εκ των τυραννούντων με πολεμίων μου ταις λιταίς σου προς τον Κύριον Μιχαήλ θεόπτα, περιφρούρει με.
Δόξα Πατρί και Υιω και αγίω Πνεύματι.
Ηλιόμορφε Άγγελε, δίδου μοι βοήθειαν όπως πάντοτε τη ση λάμψει και ταις χάρισι διαλάμπω πάσιν ο ανάξιος.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Θεοτοκίον.
Λύσον, Μήτερ, τον τάραχον η τον κυβερνήτην τεκούσα Κύριον και τον κλύδωνα κατεύνασον των εμών πταισμάτων, Θεονύμφευτε.
Ωδή ε’. Φώτισον ημάς.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Άγνισον ημών τας ψυχάς τε και τα σώματα εκ πονηρών λογισμών, Μιχαήλ, αγγελικώς ίνα ζώμεν αεί θαυμάσιε.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Ίλεως ημίν όπως γένηται ο Κύριος ταις αμαρτίαις ημών, Μιχαήλ, σοι εκδυσώπει αυτόν εκτενώς, πρωτάγγελε.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Τείχισον ημάς εν τη σκέπη των πτερύγων σου ίνα θερμώς εν τω βίω παντί τον Ιησούν ως Θεόν ευλαβώς λατρεύωμεν.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Θεοτοκίον.
Όλβιον Αγνή την ζωήν μου συ κατάστησον την σην ακήρατον διδούσα χαράν της ευφροσύνης η γεννήσασα τον αίτιον.
Ωδή στ’. Την δέησιν εκχεώ.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Υμνήσωμεν, Μιχαήλ τον Άρχοντα προσκυνούντες και αυτού την Εικόνα εξ ής θαυμάτων το πλήθος προήλθε και χαριτόβρυτος πάσιν εγένετο. Δι’ όπερ σήμερον αυτήν ευγνωμόνως τοις άνθεσι στέψωμεν.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Μεγάλυνον τον Σωτήρα Κύριον, ώ πληθύς Χριστιανών, εκ καρδίας και τον αυτού Αρχιστράτηγον άμα τον διασώζοντα πάντας εκ θλίψεων και νοσημάτων σοβαρών μεσιτείαις αυτού προς τον εύσπλαγχνον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Αγάλλεται η Μονή σου σήμερον, Μιχαήλ ώ Πανορμίτα, ενθέως ότι πολλών θαυμασίων εδείχθης τελετουργός και προστάτης θερμότατος των εν θαλάσσαις και δειναίς ασθενείαις σωτήρ ετοιμότατος.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Θεοτοκίον.
Ιδού εγώ σε προστάτην κέκτημαι και φρουρόν εν τη ζωή μου, Παρθένε, των πειρασμών διαλύουσα όχλον και επηρείας δαιμόνων ελαύνουσαν˙ και δέομαι δια παντός εκ φθοράς των παθών μου ρυσθήναί με.
Διάσωσον, ώ Ταξιάρχα, ημάς εκ παντός κινδύνου και ασφάλισον σην Μονήν και Νήσον εκ θλίψεων˙ σε έχομεν κραταιόν γαρ Προστάτην.
Άχραντε, η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.
Ο Ιερεύς μνημονεύει, ως δεδήλωται. Και μετά την εκφώνησιν˙
Ότι ελεήμων…, ευθύς ψάλλομεν το επόμενον Κοντάκιον˙
Ήχος β’.
Προστασία των Χριστιανών.
Πρωτοστάτα των επουρανίων Δυνάμεων, Πανορμίτα, των Χριστιανών ο υπέρμαχος δέξαι αύθις τας προσευχάς ημών των ταπεινών θερμώς κράζοντάς σοι, Μιχαήλ, εκ των παγίδων του Σατάν διαφύλαξον άπαντας˙ φρούρησον την Μονήν σου˙ διάσωσον τους νοσούντας˙ πάσι παρέχων δαψιλώς την ζωήρρυτον χάριν σου.
Προκείμενον.
Τον Άγγελον αυτού εντελείται περί σου του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταις οδοίς σου.
α’. Στίχ. Ότι έκλινε το ους αυτού εμοί και εν ταις ημέραις μου επικαλέσομαι.
β’. Στίχ. αγιωσύνη και μεγαλοπρέπεια εν τω Αγιάσματι αυτού.
Ο Ιερεύς˙ Και υπέρ του καταξιωθήναι ημάς της ακροάσεως του
αγίου Ευαγγελίου, Κύριον τον Θεόν ημών ικετεύσωμεν. Σοφία,
ορθοί. Ακούσωμεν του αγίου Ευαγγελίου. Ειρήνη πάσι.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου (κεφ. ι’ 16 – 21)
το ανάγνωσμα. Πρόσχωμεν.
Είπεν ο Κύριος τοις εαυτού μαθηταίς˙ ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί˙ ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με. υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς λέγοντες˙ Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου. Είπε δε αυτοίς˙ εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα. Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, και ουδέν υμάς ου μη αδικήση. Πλην εν τούτω μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται˙ χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς. Εν αυτή τη ώρα ηγαλλιάσατο τω πνεύματι ο Ιησούς και είπεν˙ εξομολογούμαί σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις˙ ναι, ο πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν σου.
Ο Χορός˙ Δόξα σοι, Κύριε˙ δόξα σοι
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Ήχος β’.
Ταις του Αρχαγγέλου, Οικτίρμον, μεσιτείαις εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Ταις της Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.
Είτα τον Στίχον˙
Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου.
Και επισυνάπτομεν το παρόν Τροπάριον˙
Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.
Μέγιστε Αρχάγγελε, ώ Μιχαήλ Πανορμίτα, σήμερον τιμώμέν σε σω Ναώ ιστάμενοι οι ανάξιοι˙ και θερμοίς δάκρυσι τήνδε ικεσίαν καταθέτομεν δεόμενοι λύτρωσαι άπαντας από νόσων άμα και θλίψεων˙ και σώσον κινδυνεύοντας και αδικουμένους, πανάριστε. Και τους εν θαλάσσαις κυβέρνησον ως μόνος δυνατός, και εις λιμένα τον εύδιον σώους επανάγαγε.
Είτα ο Ιερεύς˙
Σώσον ο Θεός τον λαόν σου, και ευλόγησον την κληρονομίαν σου. Επίσκεψαι τον κόσμον σου εν ελέει και οικτιρμοίς. Ύψωσον κέρας Χριστιανών ορθοδόξων. Και κατάπεμψον εφ’ ημάς τα ελέη σου τα πλούσια˙ πρεσβείαις της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας˙ δυνάμει του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού˙ προστασίαις του παμμεγίστου Ταξιάρχου Μιχαήλ, του Πανορμίτου, Πολιούχου και Προστάτου ημών˙ ικεσίαις του τιμίου και ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου˙ των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων˙ του αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου˙ των αγίων Ιεραρχών, των καλλινίκων Μαρτύρων και Ιερομαρτύρων˙ των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών˙ των ιαματικών Αναργύρων˙ των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης˙ του αγίου… (δείνος), ου και την μνήμην επιτελούμεν και πάντων σου των Αγίων, ικετεύομέν σε, μόνε πολυέλεε Κύριε, επάκουσον ημών των αμαρτωλών δεομένων σου και ελέησον ημάς.
Και ψάλλομεν το˙ Κύριε ελέησον, ιβ’. Είτα την εκφώνησιν,
Ελέει και οικτιρμοίς… Μεθ’ ό˙
Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Την αγίαν σου σκέπην εφαπλοίς εσαεί πανταχού, θαυμάσιε, παρέχουσαν αφθόνως την θείαν προστασίαν δι’ ό άπαντες κράζομεν˙ ώ Ταξιάρχα, θερμώς εν σοι ευχαριστούμεν.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Η Μονή σου τρισμάκαρ θαυμασία εδείχθη εν τη Εικόνι σου˙ δι’ ό εις Πανορμίτην προτρέχουσιν ασμένως οι πιστοί ανακράζοντες˙ ο των Πατέρων ημών Θεός, ευλογητός εί.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Νηνεμίαν χαρίζεις τοις θαλάσσαις δειναίς και κινδύνοις πλέουσι την λύτρωσιν παρέχεις ως σε επικαλούνται, Μιχαήλ αστραπόμορφε, Σε ανυμνούμεν πιστώς εις πάντας τους αιώνας.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Θεοτοκίον.
Χαριτόβρυτον όντως και πηγήν αφθαρσίας την σε κυήσασαν και πύργον ασφαλείας και θύραν μετανοίας τοις κραυγάζουσιν έδειξας˙ ο των Πατέρων ημών Θεός, ευλογητός εί.
Ωδή η’.
Τον Βασιλέα των ουρανών.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Ασμένως ρώσιν τοις ασθενούσι βραβεύεις τοις πιστώς προστρέχουσί σοι, Μάκαρ, και υπερυψούσι τα θεία θαύματά σου.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Ρύσαι σους δούλους εκ των Βελίαρ σκανδάλων, Μιχαήλ Αρχιστράτηγε θείε, φρουρών ημάς άμφω εις πάντας τους αιώνας.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Ιδέ εν Σύμη ο θείος ούτος Ναός σου καταφύγιον οράται πονούντων˙ και λιμήν υπάρχει γαλήνιος πλεόντων.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Θεοτοκίον.
Νόσους παντοίας τας της ψυχής ιατρεύεις και σαρκός τας οδύνας, Παρθένε, ίνα σε δοξάζω την Κεχαριτωμένην.
Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Συμφώνως, θείε Νόε, μετά των Αγγέλων τη φωταυγεί παρουσία σου πάντοτε διακονείς τω Κυρίω εις το σωθήναι ημάς.
Αρχάγγελε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Ομόθυμον τον ύμνον φόβω αναμέλπων τω Τρισηλίω Θεώ, Αρχιστράτηγε, και τας ημών νυν δεήσεις Αυτώ προσάγαγε.
Δόξα Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι.
Υμνούμεν τον Σωτήρα Χριστόν εκ καρδίας και Μιχαήλ τον Αρχάγγελον πάντοτε, ότι ημάς διασώζουν εκ περιστάσεων.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Θεοτοκίον.
Φωτός σου ταις ακτίσι λάμπρυνον, Παρθένε, το ζοφερόν της αγνοίας διώκουσα, τους ευσεβώς Θεοτόκον, σε καταγγέλοντας.
Και ευθύς.
Άξιόν εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών.
Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσα˙ την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν.
Και θυμιά ο Ιερεύς
Το Θυσιαστήριον και τον λαόν, ημείς δε ψάλλομεν τα παρόντα Μεγαλυνάρια˙
Χαίροις, αξιΰμνητε Μιχαήλ, Πρωτάγγελε θείε, Ασωμάτων μυσταγωγέ. Χαίροις του Κυρίου, πανάριστος κινύρα και της αΰλου δόξης λαμπρόν απαύγασμα.
Δέξαι, ώ παμμέγιστε Μιχαήλ, ημών τας δεήσεις, ας προσάγαγε τω Θεώ, αιτούμενος πάσιν ομόνοιαν ειρήνην και λύτρωσιν εκ πόνων τη μεσιτεία σου.
Πρόφθασον, Αρχάγγελε Μιχαήλ, και φρούρει αγρύπνως Εκκλησίαν την του Θεού εν Βασιλευούση˙ και τη Ορθοδοξία παράσχου θαυμασίως πάση τον θρίαμβον.
Σκέπε, Μεγαλόχαρε Μιχαήλ, της Ορθοδοξίας Αρχιποίμενα τον κλεινόν άμα και τον Κλήρον και τον Λαόν Κυρίου δωρούμενος υγείαν αυτοίς, θαυμάσιε.
Φρούρει, αστραπόμορφε Μιχαήλ, την Μονήν σου ταύτην, τους Πατέρας και Αδελφούς άμα τους Εφόρους αυτής και Ευεργέτας από παντός κινδύνου και περιστάσεως.
Τους προσερχομένους τη ση Μονή εν πίστει και πόθω ορθοδόξους Χριστιανούς, σκέπε και ευλόγει δωρούμενος υγείαν και πάσαν ευρωστίαν, θείε Αρχάγγελε.
Της Δωδεκανήσου ο θησαυρός Σύμης Κω και Ρόδου της Καλύμνου ο βοηθός απάσης Ελλάδος, ώ μέγα Ταξιάρχα, Χριστιανών το κέρας, εί Μεγαλόχαρε.
Τους ναυτιλλομένους Χριστιανούς τους εν ταις θαλάσσαις κινδυνεύοντας αδελφούς τους το όνομά σου θερμώς αναβοώντας διάσωσον εν τάχει, θείε Πρωτάγγελε.
Έτερα Μεγαλυνάρια
Εκ χειρογράφου της Ι. Μονής.
Ώ της θεωρίας Σου της φρικτής και της καλλονής Σου της πυρίνου και θεαυγούς κατέχεις το σκήπτρον Μιχαήλ τη χειρί Σου και μέλπεις τη Τριάδι ύμνον Τρισάγιον.
Έχων Σε προστάτην και βοηθόν, φύλακα και σκέπην της ψυχής μου της ταπεινής˙ Μιχαήλ πρωτάρχα, και Μέγα Ταξιάρχα, εν ώρα του θανάτου Συ μοί βοήθησον.
Χαίροις ιερώτατε Γαβριήλ, χαίροις πρωτοστάτα των Αγγέλων προμηνυτά, χαίροις ο το Χαίρε μηνύσας τη Παρθένω εν Ναζαρέτ τη πόλει Ήν μεγαλύνομεν.
Και τα έτερα δύο ταύτα, Ανωνύμου.
Μιχαήλ Αρχάγγελε του Θεού, μη έλθης ως λέων αγριώτατος εις εμέ μηδέ την ψυχήν μου αρπάσης ως στρουθίον εν ώρα του θανάτου συ μοί βοήθησον.
Δεύτε ευφημήσωμεν οι πιστοί, τους δύο φωστήρας, τους μεγάλους και φωταυγείς, Μιχαήλ τον μέγαν και Γαβριήλ τον θείον, τους δύο Ταξιάρχας του Παντοκράτορος.
Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι πάντες, μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.
Είτα το, Τρισάγιον, Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών.
Ο Ιερεύς˙ Ότι σου εστίν.
Και ευθύς το Απολυτίκιον˙
Ήχος δ’.
Των ουρανίων στρατιών, Αρχιστράτηγε, δυσωπούμέν σε αεί ημείς οι ανάξιοι˙ ίνα ταις σαις δεήσεσι τειχίσης ημάς, σκέπη των πτερύγων της αΰλου σου δόξης, φρουρών ημάς προσπίπτοντας εκτενώς και βοώντας εκ των κινδύνων λύτρωσαι ημάς, ως Ταξιάρχης των άνω Δυνάμεων.
Έτερον Ανωνύμου.
Ήχος πλ. α’.
Τον συνάναρχον Λόγον…
Της Μονής του Πανόρμου προστάτης πέφυκας, ένθα υπάρχει παμμάκαρ ως θησαυρός δωρεών, η σεπτή και αγία Εικόνα σου. Ταξιάρχα Μιχαήλ αξιοθαύμαστε˙ προς ήν προστρέχει ευλαβώς ο περιούσιος Λαός, αιτών πταισμάτων την λύσιν˙ και των ψυχών σωτηρία, ώ Τα ξιάρχα μεσιτείαις Σου.
Ο Ιερεύς. Ελέησον ημάς ο Θεός…
Έτι δεόμεθα υπέρ των ευσεβών…
Έτι δεόμεθα υπέρ του Αρχιεπισκόπου…
Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους ζωής…
Έτι δεόμεθα υπέρ του διαφυλαχθήναι…
Έτι δεόμεθα υπέρ του εισακούσαι…
Και την Ευχήν˙
Επάκουσον ημών ο Θεός…
Και απόλυσις.
Προ του Δι’ ευχών, επισυνάπτεται το παρόν προσόμοιον˙
Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου.
Δεύτε, νυν προσπέσωμεν πιστώς, ώ Χριστιανοί, τη Εικόνι του Ταξιάρχου ημών κράζοντες εν δάκρυσι και στεναγμοίς εκτενώς˙ Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, της Σύμης το θαύμα, πρόφθασον και λύτρωσαι ημάς εκ άμφω πάσι τοις νοσούσι˙ και δείξον την φιλανθρωπίαν σου, πανένδοξε.

Θεία Λειτουργία στον Ι.Ν. Ευαγγελιστρίας πόλεως Αγίου Νικολάου


Την Κυριακή 21 Φεβρουαρίου, ο Σεβασμιώτατος χοροστάτησε κατά τον Όρθρο και προεξήρχε της θείας Λειτουργίας που τελέστηκε στον Ι.Ν. Ευαγγελιστρίας πόλεως Αγίου Νικολάου.


















Πηγή http://www.impeh.gr/inner.php?id=1170&big=1

Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σμύρνης


Ημ. Εορτής: 23 Φεβρουαρίου

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολύκαρπος γεννήθηκε περὶ τὸ 80 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴ Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν ἐγκλειστεῖ στὴ φυλακὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία. Ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο, μαθητὴ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη. Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο ὁ Ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης († 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς διάδοχό του, τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο καὶ μετὰ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ τὴ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ τοὺς συγχαίρει γιὰ τὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία παρεῖχαν στὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ χαρακτήρα του.
Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴ θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς μιλοῦσε πάντα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές. Ἦταν ὁ γνησιότατος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ τοῦ Μαρκίωνος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διηγεῖται μάλιστα καὶ ἕνα ἐπεισόδιο ἀναφερόμενο στὴ στάση τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἔναντι τοῦ Μαρκίωνος. Ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτὸς τὸν πλησίασε κάποτε καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὴν παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἡμᾶς», δηλαδὴ ἀναγνώρισέ μας, ὁ Ἅγιος ἀπάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σε τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».
Ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο ἀνάγεται στὴ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσάν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν τύχαινε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸν ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴ ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα, μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἀποστολικὴ δράση του μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν. Αὐτὴ ἡ προδιάθεση ἦταν φυσικὸ νὰ προκαλέσει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἑξῆς πορεία. Ὁ Κόϊντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ᾖλθε στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πράγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ προοιώνιζε θάνατο. Τελικὰ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κόϊντο, ὁ ὁποῖος δειλιάσας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ «ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Τελικὰ ὁ Ἅγιος συνελήφθη τὸ ἔτος 167 καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου.
Ὁ γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ λαμπερό. Ὁ ἀστυνόμος Ἡρώδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει. Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά. Ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὗ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν,  ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἳ ζῶσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσάς με τῆς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν με μέρος  ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἷς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτῇ, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστῷ,…».
Ἡ φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ Ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, οἱ δὲ πιστοὶ συνέλεξαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν τοῖς ἔργοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἐλαία κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε· σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ στερρὸς Ἀθλοφόρος, τρέφεις τὴν Ἐκκλησίαν, λογικῇ εὐκαρπίᾳ, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Καρποὺς τοὺς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι’ ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε, ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοῖς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τὴν ἀξιέπαινον μνήμην, Θεὸν μεγαλύνοντες.

Μεγαλυνάριον.
Φοῖνιξ ἀνεδείχθης καρποτελής, ὡς καρποφορίαν, περιφέρων θεουργικήν, τὴν τῶν Ἀποστόλων, ἀμέσως κοινωνίαν, δι’ ἧς ἐκτρέφεις κόσμον, Πάτερ Πολύκαρπε.

Αρχιερατική Θεία Λειτουργία και μνημόσυνο στον Ι. Καθεδρικό Ναό Αγίου Τίτου Ηρακλείου

 

Το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιος, περιστοιχούμενος από τον Πανοσιολ. Πρωτοσύγκελλο της Ι. Μητροπόλεως Αρχιμ. Κύριλλο Διαμαντάκη, καθώς και από τους Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτες π. Παΐσιο Δερμιτζάκη, π. Ευγένιο Χατζηνικολάκη, π. Φιλάρετο Ζαχαριουδάκη, τον Αιδες. Εμμανουήλ Αντωνακάκη, Εφημέριο του ναού και τον Αρχιδιάκονο π. Αμβρόσιο Σκαρβέλη, ιερούργησε στόν Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίου Τίτου πόλεως Ηρακλείου, όπου κήρυξε τον θείο λόγο και τέλεσε το ετήσιο μνημόσυνο της μακαριστής Μελπομένης Περτσελάκη, μητρός του π. Παϊσίου Δερμιτζάκη.
Πηγή http://imis.gr

Ιερατική Σύναξη των Εφημερίων της Ι. Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας


Με τη συμμετοχή σύσσωμου του Ιερού Κλήρου της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου στην Αίθουσα Συνεδρίων του «Κέντρου Πολιτιστικής και Κοινωνικής Μέριμνας» της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας Ιερατική Σύναξη ενόψει του Τριωδίου και της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Μετά την κοινή προσευχή ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιος καλωσόρισε τους Κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεως στην επί τω αυτό σύναξη και στη συνέχεια τους ενημέρωσε διεξοδικά για την επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία θα λάβει χώρα μετά από τόσους αιώνες, στην Κρήτη, από 18 έως 27 Ιουνίου 2016, όπως αποφασίσθηκε πρόσφατα στο Σαμπεζύ της Ελβετίας, από τη Σύναξη των Προκαθημένων των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών.
 

Ο Σεβ. Ποιμενάρχης μας τόνισε τη σημασία της σύγκλησης στην Κρήτη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, που θα αποτελέσει σταθμό για την Ορθόδοξη Εκκλησία, και αναφέρθηκε σε διάφορα διαδικαστικά θέματα της πανορθόδοξης αυτής Μεγάλης Συνόδου. Όπως είναι γνωστό, οι εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας θα πραγματοποιηθούν στους φιλόξενους χώρους της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης, στο Κολυμπάρι Κισάμου, και θα πλαισιωθούν από Ιερές Ακολουθίες, τόσο στην Κίσαμο, όσο και στην έδρα της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου στο Ηράκλειο, όπου την Κυριακή της Πεντηκοστής, θα τελεσθεί συλλείτουργο του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά Ηρακλείου.

Στη συνέχεια ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Ευγένιος και ο Πανοσιολ. Πρωτοσύγκελλος Αρχιμ. Κύριλλος Διαμαντάκης ενημέρωσαν τον Ιερό Κλήρο του για μια σειρά από υπηρεσιακά και τρέχοντα διοικητικά θέματα, όπως για τη λειτουργία, την οργάνωση και τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Εκκλησιαστικής Αρχιετεκτονικής Κρήτης και Δωδεκανήσου (Σ.Ε.Α.Κ.Δ.) και της Υπηρεσίας Δομήσεως Κρήτης – Δωδεκανήσου (Υ.ΔΟΜ.Κ.Δ. Οι Ιερείς  είχαν την ευκαιρία να απευθύνουν τα ερωτήματά τους και έλαβαν τις δέουσες απαντήσεις, ενώ η Σύναξη έκλεισε με τις εγκάρδιες ευχές και το ενθύμιο δώρο του Σεβ. Μητροπολίτου, που ήταν το νεοεκδοθέν βιβλίο του με τίτλο: «Τα Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Γάμου εντός της Θείας Λειτουργίας», που αποτελεί τη μεταπτυχιακή εργασία του στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., καθώς και το έργο του Οσίου Μάρκου του Ασκητού «Τα 226 κεφάλαια περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι», που έχει μεταφράσει ο Μοναχός Θεόκλητος ο Διονυσιάτης.  
Πηγή http://imis.gr